25.11.17

ένας θρασύς "ορφέας" που πρέπει να ταξιδέψει
















Το καλλιτεχνικό θράσος ανταμείβεται -δηλαδή δίνει καρπούς, κι όχι μόνο πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού- όταν ο καλλιτέχνης-θρασίμι έχει και νου, και γνώση, και αισθητήριο, κι όταν έχει ιδρώσει ασκούμενος και μελετώντας. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος έχει προ πολλού αποδείξει ότι είναι τέτοιος καλλιτέχνης. Και σε τούτη την εκδοχή του "Ορφέα" του Μοντεβέρντι (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 24 & 25 Νοεμβρίου 2017), του ξαναβγήκε η πασιέντζα του ιδιοφυούς παντρέματος στοιχείων διαφορετικών παραδόσεων: εν προκειμένω, των αναγεννησιακών (της εποχής του έργου) με ηλεκτρικά όργανα (από θέρεμιν έως μπάσσο!)

Σε αυτό το θρασύ κι επιτυχές εγχείρημα, είχε άξιο συνωμότη τον σκηνοθέτη Θάνο Παπακωνσταντίνου, που επέλεξε, ως αντίστιξη στον ηχητικό πλούτο, μια 'μινιμαλιστική' ασπρόμαυρη όψη και 'απλές', 'γεωμετρικές' λύσεις. Τα επιμέρους ερωτήματα ή επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς (μακάρι ο Ορφέας να είχε κινηθεί περισσότερο στα μακρά μέρη του - ή πόσο σκηνικά χρήσιμος είναι πλέον ο τεχνητός καπνός;) δεν μειώνουν την αξία του επιτεύγματος που χωρίς επιείκεια θυμίζει (και τις υπερβαίνει σε συνοχή και νόημα) κάμποσες 'ξένες παραγωγές', εισαγόμενες live ή αποτυπωμένες σε dvd.

Μα εξίσου άξιοι οι (κάθε φορά και καλύτεροι) μουσικοί των "Latinitas Nostra" και οι συνεργάτες τους - και, βεβαίως, οι τραγουδιστ(ρι)ες. Ανάμεσά τους, γι' άλλη μια φορά ξεχώρισαν η Θεοδώρα Μπάκα (ως Μουσική, και Ιέρεια του Διονύσου) -έκφραση, ρητορική, συνάφεια ύφους προς το έργο, αλλά και σκηνική παρουσία- και η αποδεδειγμένης ευστοχίας Λένια Ζαφειροπούλου (Ελπίδα), μα έλαμψαν επίσης οι -απλώς (και δυστυχώς) λιγότερο γνωστοί/ές μου- Χρήστος Κεχρής (πλήρης χροιών Βοσκός), και οι εντυπωσιακές Ειρήνη Μπιλίνη (Νύμφη) και Σοφία Πάτση (Αγγελιοφόρος: από τους σημαντικότερους ρόλους στο έργο).


H εξαρχής -κατά τον γάμο Ορφέα και Ευρυδίκης- εμφάνιση του ζεύγους χριστιανικός σταυρός / παγανιστικό στεφάνι όρισε σχηματικά το δίπολο Έρωτας / Θάνατος του μύθου και της πλοκής. Μα είναι ενδιαφέρον πως το ευτυχέστερο ερωτικά ζεύγος είναι, όχι το λευκό, μα το μαύρο: ο Πλούτων με την Περσεφόνη, οι σύμμαχοι και φύλακες του Θανάτου - τον έχουν αποδεχθεί, και ο έρωτάς τους ανθίζει. Αντιθέτως, ο κυριολεκτικώς ξεμυαλισμένος Ορφέας θαρρεί πως ο Έρως είναι ο ανώτερος Θεός - εξού και δεν θα τον απολαύσει. Κι αποδεικνύεται εντέλει 'κακός μάγος': εξίσου αστόχαστα θα απαρνηθεί τον Έρωτα, ώστε δικαίως να σπαραχθεί από τις Μαινάδες (μες σ' ένα noise καταιγιστικό).

Προλαβαίνετε κι αύριο!


(Μα όσοι/ες έχουν θέσεις ευθύνης ή/και κατάλληλες γνωριμίες, ας φροντίσουν η παράσταση αυτή α) να επαναληφθεί (αφού διορθωθούν η υπερβολή στην ενίσχυση, και η ισορροπία των οργάνων κατά τόπους), και β) οπωσδήποτε να ταξιδέψει και εκτός συνόρων. Κάτι τέτοια είναι που δεν μας αφήνουν να βουλιάξουμε εντελώς στην απόγνωση.)

28.10.17

ο έζρα πάουντ για τους συγγραφείς και την γλώσσα









"Οι συγγραφείς αυτοί καθαυτούς έχουν μια συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία εντελώς ανάλογη προς την ικανότητά τους ΩΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ. [...]
Καλοί συγγραφείς είναι εκείνοι που συντηρούν την αποτελεσματικότητα της γλώσσας, Δηλαδή, την κρατούν ακριβή, την κρατούν καθαρή. Δεν έχει καμιά σημασία αν ο καλός συγγραφέας θέλει να είναι χρήσιμος ή αν ο κακός θέλει να βλάψει. [...]
Ο νομοθέτης δεν μπορεί να νομοθετήσει για το κοινό καλό, [...] ο λαός (στην περίπτωση μιας δημοκρατικής χώρας) δεν μπορεί να διαπαιδαγωγήσει τους "εκπροσώπους" του, παρά μόνο μέσω της γλώσσας.
Η ομιχλώδης γλώσσα των τσαρλατάνων υπηρετεί έναν προσωρινό μόνο σκοπό.[...]
Η γλώσσα σας βρίσκεται στα χέρια των συγγραφέων σας. [...]
Ο άνθρωπος που καταλαβαίνει, δεν μπορεί πλέον να εφησυχάζει και να μένει αδιάφορος τη στιγμή που η χώρα του αφήνει τη λογοτεχνία της να παρακμάζει και την καλή γραφή να αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση, όπως δεν μπορεί ο καλός γιατρός να εφησυχάζει και να επαναπαύεται ενόσω ένα αμόρφωτο παιδί μολύνεται από φυματίωση νομίζοντας ότι απλώς έτρωγε τάρτες με μαρμελάδα."

- από το: Έζρα Πάουντ, Ποιητική Τέχνη (μτφρ.: Ελένη Πιπίνη), σελ. 39-42 (εδώ, με δικές μου σιωπηρές τροποποιήσεις), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2016.

[στην φωτ., ο Έ.Π. από τον Richard Avedon.]

29.6.17

πικρή παρηγοριά











Όντας λάτρης και της μικρής φόρμας του ‘εικαστικού κινηματογράφου’ αλλά και της μεγαλοφυίας του Derek Jarman, έσπευσα στην προβολή (στον ωραίο και φιλόξενο χώρο του State of Concept, και χάρη στο British Council) μικρών ταινιών (“moving image works”, κατά την τρέχουσα ορολογία) που ήταν υποψήφιες ή βραβεύθηκαν στα ετήσια  Jarman Awards”,  από το 2009 ώς το 2014. Από τα 11 έργα (διάρκειας από λίγο λιγότερο του λεπτού έως και πάνω από 16’ – εδώ έρχεται στον νου η έξοχη αγγλική έκφραση “to overstay ones welcome”), τα 10 κυμαίνονταν από το αδιάφορο ώς το κουραστικό, και από το σοβαροφανές και το μελό ώς το παιδαριώδες – ή συνδύαζαν, σε διάφορες δόσεις,  περισσότερα του ενός από τα ελαττώματα αυτά. Μόνον το σχεδόν δεκάλεπτο Choir (2011) της Elizabeth Price κυριαρχούσε στα (πλούσια) μέσα του, είχε στόχο αλλά επέτρεπε εις εαυτόν την παρέκκλιση έως την ‘τρέλλα’, διέθετε χιούμορ και σοβαρότητα σε ισορροπημένες δόσεις, ερέθιζε τον νου και συγχρόνως ικανοποιούσε τις αισθήσεις. Κάποια από τα υπόλοιπα έργα, φαντάζομαι ότι θα μπορούσαν να μην έχουν γίνει καν δεκτά ως πτυχιακές εργασίες.
Συμβαίνουν και εις Εσπερίαν, λοιπόν (πικρή παρηγοριά), αυτά για τα οποία παραπονιόμαστε κι εδώ: πως ικανός αριθμός συγγραφέων δίνει την εντύπωση ανθρώπων που όχι απλώς δεν μελετούν –και δεν έχουν μελετήσει– εις βάθος, αλλά ούτε καν διαβάζουν επαρκώς∙ μουσικών, που δεν ακούν∙ εικαστικών, που δεν έχουν έχουν προσέξει τι έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα∙ κ.ο.κ.. Έχεις, δηλαδή, την αίσθηση πως ουκ ολίγοι καλλιτέχνες δεν έχουν επαρκώς σπουδάσει τα υλικά τους ούτε εκμάθει τα εργαλεία τους, και εργάζονται σε ιστορικό (άρα και αισθητικό, και πολιτικό) κενό.
Τι φταίει; Πολλά, προφανώς: Όσοι (δεν) τους εκπαιδεύουν (και στην Βρετανία –απ’ όπου παίρνει αφορμή το σχόλιο αυτό– είναι διαπιστωμένη η κατρακύλα του επιπέδου και των απαιτήσεων της ανώτατης εκπαίδευσης, μετά το θατσερικό ξήλωμα, με τους σπουδαστές να θεωρούνται «πελάτες»), όσοι (δεν) τους κρίνουν (αυστηρά), όσοι τους δίνουν βήμα (με ανεπαρκή καλλιτεχνικά κριτήρια, αν όχι και με εξωκαλλιτεχνικά), όσοι (δημοσιογραφούντες) τους επαινούν αδιαφορώντας για την άγνοιά τους, κ.οκ.. Και όταν αυτή η άγνοια έχει εγκατασταθεί και στο κοινό (πάλι λόγω έκπτωσης της τυπικής εκπαίδευσης), καθιστώντας το ανίκανο να (δια)κρίνει, λίγα μας μένουν να ελπίζουμε.
Έγραψα πιο πάνω «της τυπικής εκπαίδευσης», γιατί η άτυπη εκπαίδευση (η εκτός εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και θεσμών, δηλαδή: ό,τι παλιότερα θα λέγαμε ότι καθιστά κάποιον «αυτοδίδακτο») μέσω, π.χ., της αφθονίας του διαδικτύου, μπορεί να φέρει άλλα αποτελέσματα – αρκεί, βέβαια, να κατέχουμε τα κατάλληλα αξιολογικά εργαλεία (που από κάπου πρέπει να τα διδαχθούμε κι αυτά...) Και όσο ο εναγκαλισμός της τέχνης με την Αγορά (τα fora των ΜΜΕ) και τις αγορές (the markets) εξελίσσεται σε στραγκαλισμό, άλλοι, ‘εξωθεσμικοί’, χώροι παρουσίασής της (όπως ακόμη και τα ‘κοινωνικά δίκτυα’), ίσως προσφέρουν ένα πεδίο καλλιτεχνικής ελευθερίας: μιαν ανάσα σωτηρίας. (Τα έτη 2009-2012, όταν τσαλαβούτησα αρκετά στο ‘facebook της ερασιτεχνικής φωτογραφίας’, το flickr, με είχε εντυπωσιάσει ο αριθμός απο ‘ερασιτεχνικές’ φωτογραφίες πολύ πιο ενδιαφέρουσες από αυτές που έβλεπα στα ‘αρμόδια’ περιοδικά (είτε ‘τεχνικά’, είτε καλλιτεχνικά). Βέβαια, η ανεύρεσή τους απαιτούσε, κι εκεί, έρευνα – κάποια ίχνη της οποίας (μόνον και μόνον για να δείξω με παραδείγματα τα δικά μου κριτήρια, συμπληρώνοντας και τεκμηριώνοντας τούτο το πρόχειρο σημείωμα) επιβιώνουν και σήμερα στις μικρές ‘εκθέσεις’ με φωτογραφίες άλλων που βρίσκονται συγκεντρωμένες εδώ.)

Η τέχνη δεν είναι σκέτη αυτοέκφραση – ούτε υπάρχει μόνο για να περνάμε την ώρα μας. Είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους που εμπνεύστηκε και διαθέτει το ανθρώπινο πνεύμα για να αυτο-υποβάλλεται σε δοκιμασίες εκλέπτυνσης και εμβάθυνσης, που τ’ οδηγούν σε απόλαυση πολυεπίπεδη. Δεν χρειαζόμαστε ντε και σώνει όσο γίνεται περισσότερα νέα ‘έργα τέχνης’ – χρειαζόμαστε μόνον τα καλά έργα τέχνης, κι ήδη υπάρχουν πολλά. Εμμένοντας σε αυτά και μελετώντας τα εις βάθος, θα μπορέσουμε να διακρίνουμε και να ενθαρρύνουμε όσα νέα όντως αξίζει να προστεθούν στην χορεία τους – δηλαδή όσα θα μας ωφελήσουν παραπάνω, ή με διαφορετικό τρόπο, από τα ήδη υπάρχοντα. 

[στην φωτ., εικόνα από το έργο της Ελίζαμπεθ Πράις, Choir (2011)]

9.5.17

η "πολωνία" υποψήφια για το βραβείο του "αναγνώστη"



















Και να που -καθώς πάει να συμπληρωθεί ένας χρόνος από την ημέρα κυκλοφορίας της- η Πολωνία βρίσκεται ανάμεσα στα δέκα βιβλία του 2016 που είναι υποψήφια για το βραβείο ποίησης του περιοδικού "Ο Αναγνώστης": http://www.oanagnostis.gr/λογοτεχνικά-βραβεία-αναγνώστη-2017-μικρ/

Με ευχαριστίες στην κριτική επιτροπή για την επιλογή - και με χαρά για την συνύπαρξη με καλά βιβλία, χαρά που γίνεται μεγαλύτερη μιας κι ορισμένα εξ αυτών είναι γραμμένα από συνοδοιπόρους εν τέχνη.

4.11.16

spotkanie w polsce / συνάντηση στην πολωνία



















Η χθεσινή “Συνάντηση στην Πολωνία” (στο Βιβλιοπωλείο "Επί λέξει"), εκτός από συνάντηση για το βιβλίο “Πολωνία” (Καστανιώτης, 2016), εξελίχθηκε σε συνάντηση με την ίδια την Πολωνία στην Αθήνα: χάρη στην τιμητική και συγκινητική παρουσία μαθητριών και μαθητών του Γυμνασίου από το Σχολείο “Zygmunt Mineyko”, της –περαστικής από την πόλη μας– Καθηγήτριας Κλασσικής Φιλολογίας, κυρίας Wanda Popiak, της Dorota Jędraś, και άλλων μα, βεβαίως, πρωτίστως της Beata Żółkiewicz, που μίλησε για την πατρίδα της όπως την είδε μες στο βιβλίο, και διάβασε, σε δική της μετάφραση δύο ποιήματα απ' αυτό: το “Łazienki” και το “Βαρσοβία 1863 / 1944, Παρίσι 1883”. Η συμβολή της καθώς και αυτές –λόγια και απαγγελίες– της Μαρίας Τοπάλη, της Αλεξάνδρας Πλαστήρα και της Τζούλιας Τσιακίρη, έκαναν την χθεσινή βραδιά αυτό που ήταν – μαζί με τους φίλους, παλιούς και νέους: φίλους των προσώπων μα και των λέξεων. 


















Η Μπεάτα Ζουλκιέβιτς είπε, μεταξύ των άλλων: “Γι' ακόμη μια φορά, έμαθα –σιγουρεύτηκα– γι' αυτήν την απλή αλήθεια: πως η ποίηση δεν έχει σύνορα, πως είναι εξ ολοκλήρου μια μεταφορά. Κι έτσι η “Πολωνία” μάς ταξιδεύει, εδώ, παντού. Η προσωπική μου εμπειρία μού το διαβεβαιώνει: αν γνωρίσεις καλά έναν πολιτισμό και αν προσπαθήσεις πραγματικά να τον καταλάβεις, ανοίγεις πιο ελεύθερα πια τα μάτια σου, το μυαλό σου και την καρδιά σου, πέρα από συγκεκριμένα σύνορα. Και, όταν γίνεται αυτό, μετά, τα ονόματα δεν έχουν πια τόση σημασία: η γνώση έχει σημασία.”

Η Tζούλια Tσιακίρη: “Θέλω να εφαρμόσω πάνω σε τρία ποιήματα του Π.Ι. τρεις 'υπερβάσεις' όπως τις διατύπωσε ο Γιώργος Αράγης στο δοκίμιό του για την λογοτεχνική θεωρία: τρεις υπερβάσεις που πρέπει να περάσει ένας απλός άνθρωπος για να γίνει ποιητής. Η πρώτη είναι η διαφοροποίηση: να γίνει άλλος, να πάει προς το άλλο (“4 Δεκεμβρίου”). Η δεύτερη είναι η ένταση: ο Ρίλκε έλεγε ότι όλες σχεδόν οι θλίψεις μας είναι στιγμές ψυχικής έντασης (“Δεύτερη επίσκεψη του φίλου”). Και η τρίτη είναι η εξαλλαγή του χρόνου: το παιχνίδι με τον χρόνο – που σημαίνει ότι η αίσθηση του αντικειμενικού χρόνου, για έναν ποιητή, δεν είναι η των χρονομέτρων, αλλά ότι υπάρχει ένα βιολογικό χρονόμετρο που καταγράφει τον αντικειμενικό χρόνο σύμφωνα με την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Έτσι γίνεται εξαλλαγή του πραγματικού χρόνου σε χρόνο ποιητικό ή προσωπικό. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στον ποιητή: μπορεί να συμβεί και στον απλό αναγνώστη, στον απλό άνθρωπο, όταν τον κυριέψει η συγκίνηση (“Ιούνιος 1986”).”

Η Μαρία Τοπάλη: “Τίθεται το ερώτημα τι είναι η 'Πολωνία' – στην οποία συναντιόμαστε. Μπορώ να πω ότι, χάρη στο βιβλίο, η 'Πολωνία' είναι μπόλικη γεωγραφία, όχι αποκλειστικά πολωνική· είναι μπόλικη ιστορία επίσης, όχι αποκλειστικά πολωνική· και είναι επίσης ένας τίτλος. Αυτή η “Πολωνία” έχει πολλά δικά μου περιεχόμενα και πολλά περιεχόμενα που βάζει ο ποιητής, και είναι ένας φακός, ένα φίλτρο, μέσα από το οποίο διαβάζουμε τα πράγματα. Και για μένα, η 'Πολωνία' είναι τρία πράγματα. Είναι πένθος· είναι δύναμη – μια απίστευτη δύναμη: πάντοτε είχα στο μυαλό μου την Πολωνία ως κάτι το ασύλληπτα δυνατό, διότι δεν μπορεί παρά να είναι πάρα πολύ δυνατό κάτι το οποίο υπάρχει χωρίς να του επιτρέψουν να υπάρχει· και το τρίτο είναι: διαμελισμός”.

Και η Αλεξάνδρα Πλαστήρα: “Αυτή η “Πολωνία” είναι, στο αίσθημά μου, σαν γέφυρα. Και τι κάνει μία γέφυρα; Τροποποιεί τον χωρισμό, την απόσταση. Αντιλαμβάνεται, δηλαδή, αυτές τις καταστάσεις –τον χωρισμό, την απόσταση, τη διαφορά: του αέρα, της ύλης, όποια είναι αυτή– σαν συνάντηση. Είναι μία συνάντηση, η γέφυρα. Αυτό είναι κάτι που θέλει διακαώς η ποίηση. Και πιστεύω ότι αυτό που θέλει η ποίηση, μας συμφέρει όλους.”


















[φωτ.:Καλλιρρόη Παπαγεωργίου.]

8.10.16

plus ça change / en byzance














Την αρετή είδα χθες μέσα στην πόλη
μαυροντυμένη και κατήφεια όλη·
τι έπαθες;” της λέω. Εκείνη· “Άκου·
τόλμη, φρόνηση, γνώση – στη γωνιά·
μέθη, δειλία, κι άγνοια κυβερνά”.

*

Βουτηγμένος με λαχτάρα κι απόλαυση πρωτοετούς στην πρωινή ανάγνωση της Ελληνικής Λογοτεχνίας του Στυλιανού Αλεξίου (στιγμή, 2010), έφτασα και στον Βυζαντινό ποιητή (π. 920-990) Ιωάννη Κυριώτη (από την Μονή Κύρου της Κωνσταντινούπολης, όπου ίσως μόνασε) ή Γεωμέτρη (λόγω των σχετικών σπουδών του – οι θετικές επιστήμες ωφελούν την ποίηση). Και πρωτοσπαθάριος, και ιερέας, και, κατά τον Αλεξίου, “ένας από τους σημαντικότερους Βυζαντινούς ποιητές”.

Κάποιοι στίχοι που μεταφράζει ο Αλ. με στέλνουν στον πολύτιμο Raffaele Cantarella (Poeti Bizantini, Rizzoli, 1992), ο οποίος υπερθεματίζει: “η τεράστια καλλιέργειά του, θρησκευτική και κοσμική, που τον καθιστά πρόδρομο του επόμενου αιώνα, δεν κάνει την έμπνευσή του ν' ασφυκτιά – έμπνευση ποικίλη, ειλικρινή, συχνά βαθιά, που την στηρίζει πάντα μια υψηλή μορφική μεγαλοπρέπεια. Και πάνω απ' όλα κυριαρχεί στην ποίησή του ένας τόνος προσωπικής ειλικρίνειας, μύχιας πνευματικής ζωής που την κινούν πάθη και πάλες []. Εξού και –πράγμα σπάνιο στην βυζαντινή λογοτεχνία– κάτω από τον ποιητή αισθανόμαστε, σχεδόν σαν ντροπαλή ανακάλυψη και μακρινή προσδοκία, τον άνθρωπο.”

Στην εξαιρετική αυτή δίτομη ανθολογία βρήκα και το ποίημα του Κυριώτη που προχείρως απέδωσα στην αρχή (για να φανεί –σε περίπτωση που κάτι τέτοιο χρειαζόταν...– ακόμη περισσότερο πόσο σημερινό είναι):

Την αρετήν χθες είδον εν μέση πόλει
μελαμφορούσαν και κατηφείας όλην·
τι δ', ηρόμην, πέπονθας”; Η δε· “νυν έγνως·
τόλμα, φρόνησις, γνώσις, εν ταις γωνίαις·
άγνοια δ' άρχει, και μέθη και δειλία”.

2.10.16

winnicott _ domination // γουίνικοττ _ εξουσιασμός













"[] the result of such recognition [of the mother's immense contribution #] when it comes will not be gratitude or even praise. The result will be a lessening in ourselves of a fear. [] If there is no true recognition of the mother's part, then there must remain a vague fear of dependence. This fear will sometimes take the form of a fear of W O M A N, or fear of a woman, and at other times will take less easily recognized forms, always including the fear of domination.


Unfortunately the fear of domination does not lead groups of people to avoid being dominated; on the contrary, it draws them towards a specific or chosen form of domination."



- from Donald W. Winnicott's broadcast talk "The Mother's Contribution to Society", printed in the book The Child and the Family, 1957.

~

"[] το αποτέλεσμα μιας τέτοιας αναγνώρισης [της τεράστιας συμβολής της μητέρας #] όταν έλθει δεν θα είναι ευγνωμοσύνη ή ακόμη έπαινος. Το αποτέλεσμα θα είναι να λιγοστέψει μέσα μας ένας φόβος. [] Αν δεν υπάρχει αληθινή αναγνώριση του ρόλου της μητέρας, τότε αναγκαστικά θα παραμένει ένας αόριστος φόβος εξάρτησης. Ο φόβος αυτός κάποιες φορές θα παίρνει την μορφή του φόβου προς την Γ Υ Ν Α Ι Κ Α, ή φόβου προς κάποια γυναίκα, κι άλλες φορές θα παίρνει λιγότερο εύκολα αναγνωρίσιμες μορφές, που πάντα θα συμπεριλαμβάνουν τον φόβο του εξουσιασμού.
Δυστυχώς ο φόβος του εξουσιασμού δεν οδηγεί τις ανθρώπινες ομάδες στην αποφυγή τού εξουσιασμού - αντιθέτως, τις έλκει προς μια συγκεκριμένη ή επιλεγμένη μορφή εξουσιασμού."

- από την ραδιοφωνική εκπομπή του Ντ.Γ. Γουίννικοττ "Η Συμβολή της Μητέρας στην Κοινωνία", τυπωμένη στο βιβλίο Το Παιδί και η Οικογένεια, 1957. [μτφρ.: Π.Ι.]

# see / δες: here / εδώ

*

[στην εικόνα: (αρ.) ο παιδίατρος, παιδοψυχίατρος και ψυχαναλυτής Γουίννικοττ - (δ.) ο δικτάτωρ Γεώργιος Παπδόπουλος.]

30.9.16

winnicott _ mother / γουίννικοττ _ μητέρα










"I am trying to draw attention to the immense contribution to the individual and to society that the ordinary good mother with her husband in support makes at the beginning, and which she does simply through being devoted to her infant.
Is not this contribution of the devoted mother unrecognized precisely because it is immense? If this contribution is accepted, it follows that every man or woman who is sane, every man or woman who has the feeling of being a person in the world, and for whom the world means something, every happy person, is in infinite debt to a woman."

- from Donald W. Winnicott's broadcast talk "The Mother's Contribution to Society", printed in the book The Child and the Family, 1957.

~

"Προσπαθώ να τραβήξω την προσοχή στην τεράστια συμβολή προς το άτομο και την κοινωνία που έχει στην αρχή η συνήθης καλή μητέρα με τον άντρα της να την υποστηρίζει, απλώς με το να είναι αφοσιωμένη στο βρέφος της.
Μήπως αυτή η συμβολή της αφοσιωμένης μητέρας δεν αναγνωρίζεται ακριβώς επειδή είναι τεράστια; Αν γίνει δεκτή η συμβολή αυτή, έπεται ότι κάθε άντρας ή γυναίκα που είναι ψυχικώς υγιής, κάθε άντρας ή γυναίκα που αισθάνεται ως άτομο στον κόσμο, και για τον ή την οποία ο κόσμος σημαίνει κάτι, κάθε ευτυχισμένο άτομο, φέρει μια άπειρη οφειλή προς μία γυναίκα."

- από την ραδιοφωνική εκπομπή του Ντ.Γ. Γουίννικοττ "Η Συμβολή της Μητέρας στην Κοινωνία", τυπωμένη στο βιβλίο Το Παιδί και η Οικογένεια, 1957. [μτφρ.: Π.Ι.]

*

[στην εικόνα: (αρ.) Βάσω Κατράκη, "Μητρότητα", 1965 - (δ.) ο παιδίατρος, παιδοψυχίατρος και ψυχαναλυτής Γουίννικοττ μ' ένα παιδί.]

6.9.16

virginia / ζωή ii



















... κι όταν κουραζόταν δεν σταμάταγε άλλη άμαξα - καθόταν σε μια πέτρα και χάζευε τις σαύρες. []
"... οι καημένοι οι Άγγλοι μας", αναφωνούσε, "χρειάζονται εκπαίδευση στην ευτυχία. Χρειάζονται διύλιση όχι δια του πυρός αλλά δια της ηλιοφάνειας." [1]

Γαλήνη που κρατάς
κάθε ορμή και συστροφή και την πάλη.
Βαρειά γαλήνη, 
ζωή σταθερή κι' ακατάλυτη,
μέθη μαζύ κι' ησυχία, όπως
η διαυγής λάμπουσα ευλογία της θάλασσας
κοντά στην πυκνή αφθαρσία της γης. [2]


~
[1] σελ. 75, Virginia Woolf, Flush, Penguin Books, 2016 [μτφρ.: Π.Ι.] 
[2] Ζωή Καρέλλη, στίχοι από το ποίημα "Υπαρκτικά" / VI [σελ. 342, Τα ποιήματα - Τόμος α' (1940-1955), Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2000.]

23.7.16

virginia / ζωή













Ας εξηγηθώ: ο κήπος μας συνορεύει με τον περίβολο της εκκλησίας, κι όταν κοιτάμε τα μελίσσια μας, συχνά κάποιον θάβουν από την άλλη μεριά του τοίχου [1]

Είναι βήματα βιαστικά σαν ασύλληπτα,
στο σκιερό μονοπάτι
Χωρίς να σου φύγει,
τα χέρια σου φαίνονται άδεια,
σα να κράτησες μουσική [2]
~
[1] Virginia Woolf to Hugh Walpole, 25 August 1929 [in: Joanne Trautmann Banks [ed.], Selected Letters, Vintage Books, 2008 [μτφρ.: Π.Ι.] 
[2] Ζωή Καρέλλη, στίχοι από το ποίημα "Η ελπίδα", γραμμένο το 1952 στο Αγρόκτημα Παν/μίου Θεσσαλονίκης [στο: Τα ποιήματα - Τόμος β' (1955-1973), Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2000.]

15.7.16

virginia & natalia


















"Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο απ' την ντροπαλοσύνη ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που κάποτε αλληλομισήθηκαν. Δεν καταφέρνουν πια να πούνε τίποτε. Ευγνωμονούν ο ένας τον άλλον που δεν λαβώνουν και δεν γρατζουνάν, μα η ευγνωμοσύνη αυτού του είδους δεν βρίσκει τον δρόμο των λέξεων." [1]

Έφυγα με τις Επιστολές της Βιρτζίνια Γουλφ - γύρισα με το "Αγαπητέ Μικέλε" της Νατάλια Γκίντσμπουργκ. Δυο βιβλία που οδεύουν -με άφθονες παρεκκλίσεις χαμόγελου ή και γέλιου- καταμέτωπο στον θάνατο, κι όμως παρέχουν την απαρηγόρητη παρηγοριά που είναι σε θέση να προσφέρουν, ο ένας στον άλλον, οι άνθρωποι που έχουν διαβεί την απελπισία, και βγει στο ανηλεές μα μόνο σωτήριο φως.

"Λοιπόν αν γινόταν να 'μαστε λιγάκι διασκορπισμένοι - [με] την θέα ή τα αρχοντικά κτίσματα να μεσολαβούν ανάμεσά μας, τότε θα μπορούσαμε να πλεύσουμε σταδιακά και ήρεμα σε πλάτη οικειότητας που στα σαλόνια δεν τα φτάνουμε ποτέ." [2]

[1] Natalia Ginzburg, Caro Michele, Einaudi, 1995 / [2]  Virginia Woolf, Selected Letters [ed. Joanne Trautmann Banks], Vintage, 2008: to Vita Sackville-West, Wednesday 23 September 1925 / αμφότερες οι πρόχειρες μεταφράσεις, δικές μου.

1.7.16

11 βιβλία για το καλοκαίρι τού 2016












ΠΟΙΗΣΗ

~ Η εκδίκηση των ανέμων (επιλογή - μτφρ.: Δημήτρης Χουλιαράκης), εκδ. Το Ροδακιό, 2016, 48 σελ.. Γουλιά-γουλιά ο ήλιος ρουφά τον ουρανό και τον εκμηδενίζει. / Το θήραμά μου τώρα παγιδεύω. Η ιαπωνική παράδοση των επιθανάτιων ποιημάτων είναι μακρύτατη και τιμημένη – ειδικά από βουδιστές ποιητές ή/και μοναχούς, που, λίγο πριν πεθάνουν, αφήνουν μιαν ολιγόλογη 'διαθήκη', ή 'συνοψίζουν' την ζωή τους, ή εκφράζουν την συγκεκριμένη στιγμή της επικείμενης αναχώρησης από τα εγκόσμια. Εδώ, ωστόσο, ο γνωστός και άξιος ποιητής και μεταφραστής επιλέγει και αποδίδει στην γλώσσα μας μιαν ιδιαίτερη υποκατηγορία του είδους αυτού: επιθανάτια ποιήματα Ιαπώνων καμικάζι του Β' Π.Π.. Το λογικό του αδερφού μου μες στο κορμί του φυλκακίστηκε. / Δε βγάζει άχνα. Είναι χειρότερο κι από θάνατο αυτό. // Σε λιμνούλα γαλατένια τα παιδιά του κολυμπούν. / Είδα στον ύπνο μου πως έγινα πουλί.

~ Φιλίππ Ζακκοττέ, Το τετράδιο της χλόης (εισ. - μτφρ.: Ιωάννα Κωνσταντουλάκη-Χάντζου), εκδ. Άγρα, 2015, 96 σελ.. Ο Ελβετός Ζακκοττέ και ο Γάλλος Μποννφουά ενδεχομένως να αποτελούν τους δυο μείζονες εν ζωή γαλλόφωνους ποιητές. Μετά το Καπνός και κρύσταλλο – Ποιήματα 1946-1967 (μτφρ.: Θανάση Χατζόπουλου, εκδ. Τυπωθήτω, 2006), ένα δεύτερο βιβλίο του μεταφρασμένο στην γλώσσα μας, με πεζά και ποιήματα. Η φύση (και με την μεταφυσική της διάσταση) ενγένει κυριαρχεί στο έργο του· αυτό συμβαίνει κι εδώ, όπως δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου. Μη γελιέστε: / δεν είμαι εγώ που χάραξα τις γραμμές αυτές / αλλά, τάδε μέρα, ένας λευκός ερωδιός ή μια βροχή, / τάδε άλλη, μία αγριόλευκα, / αν έστω για λίγο μία αγαπημένη σκιά τα φώτιζε. – Π.Ι.

~ Νίκος Καββαδίας, Πούσι, εκδ. Άγρα, 2015, 64 σελ.. Πασίγνωστος, φυσικά, και πολύ αγαπητός – και από τους ελάχιστους ποιητές του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα των οποίων η χρήση παραδοσιακών μορφών (μέτρο και ομοιοκαταληξία) υπηρετεί οργανικά το ποιητικό σχέδιο. Εδώ, ανατυπώνεται φωτολιθογραφικά η γνωστή συλλογή του, από έκδοση του 1947: με τυπογραφικά στολίδια, αρχιγράμματα και εικόνες, καμωμένα από επτά άξιους χαράκτες (συμπεριλαμβανομένων του Μόραλη, του Βακαλό, του Μόσχου, και του Τάσσου). Ακόμα κι αν ξέρουμε (και ποιος δεν τα ξέρει) τα ποιήματα, η γειτνίασή τους με αυτές τις εικόνες αυξάνει απροσδόκητα πολύ την αναγνωστική μας απόλαυση (κι αυτό σπάνιο: η ευτυχής σύζευξη ποιημάτων και εικόνων). Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους / στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς. – Π.Ι.

~ Ανδρέας Λασκαράτος, Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά, μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι (Κεφαλληνία – Επαρχία Πάλης) – τους 1842 (εκδ. επιμ. - εισ. κείμενα - σημ.: Γιάννης Παπακώστας - Παντελής Μπουκάλας), εκδ. Άγρα, 2016, 224 σελ.. 'Εχασα τις ελπίδες μου / σαν το δεντρί τα φύλλα, / που το τινάζει ο άνεμος / και μένουνε τα ξύλα. Τον Κεφαλλονίτη ποιητή γνωρίζουμε κυρίως για τα σατιρικά του ποιήματα και ευφυέστατα αποφθέγματα. Στην έκδοση τούτη, όμως, ο Γιάννης Παπακώστας τον εταύτισε ως τον συλλέκτη δημοτικών τετράστιχων της πατρίδας του, όπως σώθηκαν σε χειρόγραφο. Ο Λασκαράτος, βέβαια, δεν καταγράφει μόνον, αλλά σχολιάζει κιόλας – κι αυτό, φυσικά, αυξάνει την γοητεία του βιβλίου. Π.χ., για το Ω γειτονιά περήφανη, / καινούργιο περιβόλι, / πόχεις μια γλυκολεμονιά / που την ποτίζουν όλοι, γράφει, μεταξύ των άλλων: Κρίνομεν εύλογον εις τα χοντροειδείς ιδέας να μην δίδομεν πολλάς αναπτύξεις. – Π.Ι.

~ Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος, Είναι, εκδ. ΦΡΜΚ, 2016, 64 σελ.. Για τους λάτρεις της ελληνικής οπτικής ποίησης –όπου η τυπογραφική εμφάνιση κάθε ποιήματος υπακούει σε συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο συμπληρώνει την σημασία των λέξεων–, το δεύτερο αυτό βιβλίο του Κ.Π. είναι λίαν ευπρόσδεκτο. Αλλά και για όσους δεν ενδιαφέρονται ειδικά γι' αυτό το είδος ποίησης. (Υπ' αυτήν την έννοια, και ουχί προς ψόγον, δικαιούται να διερωτηθεί κανείς κατά πόσον είναι όντως κρίσιμη ή και χρήσιμη, για όλα τα ποιήματα εδώ, η συγκεκριμένη παρουσίαση και τα τυπογραφικά 'παίγνια'.) Η αφαίρεση και το καίριον του ύφους καταφέρνουν, ενγένει, τα ποιήματα αυτά –ενός είδους 'γύρος της φυλακής' του Είναι– να μη γλιστρούν ούτε στο μελό, ούτε στην κοινοτοπία. Σκοτάδι / μέσα στο / σκοτάδι / μα το προσεκτικό νερό κυλάει / πίσω στο ποτάμι / [] η σκιά του λύκου / μένει στο νερό / τα μάτια γυάλινα και στέκουν. – Π.Ι.

~ Ρωσικός Παρνασσός – Ανθολογία ρωσικής ποίησης (ανθολ., επιμ., μτφρ. από τα ρωσικά: Αλέξης Πάρνης), εκδ. Καστανιώτη, 416 σελ.. Ο μεταφραστής, λογοτέχνης κι ο ίδιος, ασχολείται με την ρωσσική ποίηση απο το 1950. Μας παρουσιάζει εδώ μιαν ενδιαφέρουσα και απολύτως προσωπική ανθολογία, έργων ποιητριών και ποιητών που έζησαν από τον 18 αι. έως και τον 21ο αι.. Τα ποιήματα είναι γραμμένα (και μεταφρασμένα) κυρίως σε παραδοσιακές μορφές. Δεν λείπουν οι μείζονες και γνώριμοί μας (Πούσκιν, Μαγιακόφσκι, Τσβετάεβα, Αχμάτοβα, Παστερνάκ, Γεφτουσένκο, κ.ά.), αλλά διαβάζουμε και ποιήματα λιγότερο γνωστών μας – αίφνης, του Αλ. Αλ. Λογκινοφ (γενν. 1948): Δε θέλει ο στίχος πίεση κι αγριάδα. / Το ζωνάρι δεν το θέλει στενό. / Πρέπει να 'χει σφρίγος κι αλαφράδα / και ν' αλλάζει μορφές σαν τον καπνό. Χρήσιμες και διαφωτιστικές, επίσης, οι 30 σελίδες βιογραφικών σημειωμάτων των 39 ποιητριών και ποιητών. – Π.Ι.



ΜΑΡΤΥΡΙΑ

~ Ξένια Καλογεροπούλου. Γράμμα στον Κωστή, εκδ. Πατάκη, 2016, 376 σελ.. Η εξιστόρηση της παιδικής έως και νεανικής ζωής της ηθοποιού και πρωτεργάτιδος του σύγχρονου ελληνικού παιδικού θεάτρου με αξιώσεις, Ξ.Κ., πλέκεται με αναμνήσεις από την έναρξη και την πορεία της τριανταεπτάχρονης σχέσης της με τον σημαντικότατο πνευματικό άνθρωπο, κυρίως γνωστό ως κριτικό κινηματογράφου και μεταφραστή θεατρικών έργων, Κωστή Σκαλιόρα. Ύστερα, το γραπτό της συντρόφου του γίνεται τεκμήριο της άνθησης και της ωρίμανσής της στο πλάι του – αλλά και μετά τον θάνατό του, σαν συνέχιση, λες, της κοινής τους πορείας. Η μαρτυρία αυτή, με την επιδέξια εναλλαγή συναρπαστικά γλαφυρών, χαριτωμένων και οδυνηρών σκηνών, επισημαίνει διακριτικά, μεταξύ των άλλων, το ήθος που απαιτείται για την παραγωγή αξιόλογου πνευματικού έργου. Μ' αρέσει να θυμάμαι τις δυσκολίες που χρειάστηκε να ξεπεράσω. – Π.Ι.

~ Αντόν Τσέχωφ, Νήσος Σαχαλίνη (μτφρ.: Ελένη Κατσιώλη), εκδ. Λέμβος, 2015, 624 σελ.. Το 1890, αψηφώντας τον κίνδυνο να επιδεινωθεί η υγεία του, ο ήδη φυματικός ιατρός και λογοτέχνης αποφασίζει να καταγράψει τις φρικτές συνθήκες διαβίωσης στο νησί αυτό του Ειρηνικού Ωκεανού, όπου, από το 1857, η τσαρική διοίκηση είχε εγκαταστήσει 'σωφρονιστική αποικία', τουτέστιν στρατόπεδα εργασίας για καταδίκους. Διασχίζει την Σιβηρία με κάρα και ποταμόπλοια, για να εκπονήσει όχι μόνον συστηματικό ρεπορτάζ, επιδημιολογική και κοινωνική μελέτη, αλλά και να κεντήσει το όλον με παρατηρήσεις που μόνον ο μέγας λογοτέχνης που ήδη ήταν θα μπορούσε να κάνει. Τον Σεπτέμβριο, έγραφε στον φίλο του Σουβόριν: Μια μέρα έπινα τσάι μες σ' ένα ορυχείο, όταν ο Μπαραντάβκιν, ο πρώην έμπορος της Αγ. Πετρούπολης που εκτίει εδώ ποινή για εμπρησμό, έβγαλε από την τσέπη του ένα κουταλάκι και μου το δώρισε. – Π.Ι.



ΔΟΚΙΜΙΟ

~ Φρεντερίκ Γκρο, Περπατώντας. Φιλοσοφία (μτφρ. από τα γαλλικά: Ρούλα Τσιτούρη), εκδ. Ποταμός, 2015, 296 σελ.. Ένας ταοϊστής σοφός έλεγε: “Τα πόδια στο έδαφος καταλαμβάνουν πολύ λίγο χώρο· χάρη σ' όλον τον χώρο που δεν καταλαμβάνουν, είναι που μπορούμε να περπατάμε”. Δεν είναι μόνο ενδιαφέρον το ταίριασμα: μεγάλοι φιλόσοφοι και λογοτέχνες, που υπήρξαν συγχρόνως και δεινοί (ξακουστοί ή μη) περιπατητές – Νίτσε, Ρεμπώ, Καντ, Νερβάλ, κ.ά... Μα και η γοητεία του ύφους κατά την εξιστόρηση της σχέσης του βαδίσματος με την σκέψη και το έργο όσων 'ανθολογούνται' ως παραδείγματα – αλλά και στην εξομολόγηση και τον στοχασμό των πιο προσωπικών κεφαλαίων όπου μιλά απευθείας ο συγγραφέας. Περπατώντας, τίποτε δεν μετατοπίζεται αληθινά: μάλλον εγκαθίσταται αργά η παρουσία στο σώμα. Το αποτέλεσμα: απόλαυση αναγνωστική – διανοητική και αισθητική. – Π.Ι.

~ Νίκος Φωκάς, Η μοναξιά της ποίησης. Νεφέλη, 2015, 240 σελ.. Σπουδαίος ποιητής, έχει επίσης γράψει εξαιρετικά ενδιαφέροντα δοκίμια, 30 εκ των οποίων συγκεντρώθηκαν εδώ, με την φροντίδα του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Η μεγάλη αρετή του είναι η σαφήνεια και η απλότητα. Έτσι, ακόμη και αν διαφωνεί κανείς με κάποιες θέσεις του περί πολιτισμού (π.χ. για την “μεταφυσική ρίζα” του προβλήματος της παιδείας, ή την χαμένη “πνευματική αυτάρκεια” του ελληνισμού), η διαυγής διατύπωσή τους, διεγείρει τον γόνιμο –νοερό, έστω– διάλογο. Μα η μεγάλη αξία του δοκιμιακού του λόγου βρίσκεται, πιστεύω, σε όσα γράφει για την τέχνη της ποίησης (και της μετάφρασης). Ο αληθινός ποιητής αποβλέπει στο να κατακτήσει τον αναγνώστη, [] να τον κάνει ποιητή τον ίδιο και όχι να υφαρπάσει τρομοκρατικά τον θαυμασμό του. Ευχαριστίες στις εκδόσεις Νεφέλη – και παράκληση για ένα 'δεύτερο χέρι' διορθώσεων πριν από την ανατύπωση. – Π.Ι.


ΟΔΗΓΟΙ

~ Λαρς Σβένσσον, Κίλλιαν Μαλλαρνυ, Νταν Τσέττερστρομ. Τα Πουλιά της Ελλάδας, της Κύπρου και της Ευρώπης (β' έκδ.) (μτφρ.: Κώστας Παπακωνσταντίνου), εκδ. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, 2015, 452 σελ.. Με αντίστοιχης ποιότητας οδηγούς επί πολλά χρόνια εξαντλημένους, τούτος, με έγχρωμες ζωγραφικές απεικονίσεις όλων των πουλιών, ιδανικές για την αναγνώριση, έρχεται να καλύψει σημαντικότατο κενό. Μα δεν απευθύνεται μόνον στους ορνιθολόγους ή τους ερασιτέχνες παρατηρητές. Πρόκειται για θησαυρό πληροφοριών, που ενδιαφέρει ακόμη και τους κατοίκους των πόλεων: θα εκπλαγείτε όταν διαπιστώσετε πόσα είδη ήδη γνωρίζετε και τακτικώς συναντάτε, και θα χαρείτε να μάθετε όσα ονόματά τους σας διαφεύγουν, αλλά και κάτι παραπάνω γι' αυτά. Διαβάζεται δε και ως αυτόνομο απολαυστικό ανάγνωσμα. Ο Κότσυφας είναι μοναχικός [], προχωρά με γρήγορα άλματα ή κάνει μερικά βήματα, ξαφνικά μένει εντελώς ακίνητος για λίγο (κοιτώντας για σκουλήκια). [] Κελάηδημα γνωστό για τον γλυκό, μελωδικό τόνο, με καθαρό και δυνατό ήχο “φλάουτου” (σε μείζονα κλίμακα). – Π.Ι.

*
Οι θερινές αναγνωστικές μου προτάσεις στο "The Books' Journal" του Ιουλίου 2016.