1.7.16

11 βιβλία για το καλοκαίρι τού 2016












ΠΟΙΗΣΗ
 

~ Η εκδίκηση των ανέμων (επιλογή - μτφρ.: Δημήτρης Χουλιαράκης), εκδ. Το Ροδακιό, 2016, 48 σελ..  
 
Γουλιά-γουλιά ο ήλιος ρουφά τον ουρανό και τον εκμηδενίζει. / Το θήραμά μου τώρα παγιδεύω. Η ιαπωνική παράδοση των επιθανάτιων ποιημάτων είναι μακρύτατη και τιμημένη – ειδικά από βουδιστές ποιητές ή/και μοναχούς, που, λίγο πριν πεθάνουν, αφήνουν μιαν ολιγόλογη 'διαθήκη', ή 'συνοψίζουν' την ζωή τους, ή εκφράζουν την συγκεκριμένη στιγμή της επικείμενης αναχώρησης από τα εγκόσμια. Εδώ, ωστόσο, ο γνωστός και άξιος ποιητής και μεταφραστής επιλέγει και αποδίδει στην γλώσσα μας μιαν ιδιαίτερη υποκατηγορία του είδους αυτού: επιθανάτια ποιήματα Ιαπώνων καμικάζι του Β' Π.Π.. Το λογικό του αδερφού μου μες στο κορμί του φυλκακίστηκε. / Δε βγάζει άχνα. Είναι χειρότερο κι από θάνατο αυτό. // Σε λιμνούλα γαλατένια τα παιδιά του κολυμπούν. / Είδα στον ύπνο μου πως έγινα πουλί. 
 

~ Φιλίππ Ζακκοττέ, Το τετράδιο της χλόης (εισ. - μτφρ.: Ιωάννα Κωνσταντουλάκη-Χάντζου), εκδ. Άγρα, 2015, 96 σελ.. 
 
Ο Ελβετός Ζακκοττέ και ο Γάλλος Μποννφουά ενδεχομένως να αποτελούν τους δυο μείζονες εν ζωή γαλλόφωνους ποιητές. Μετά το Καπνός και κρύσταλλο – Ποιήματα 1946-1967 (μτφρ.: Θανάση Χατζόπουλου, εκδ. Τυπωθήτω, 2006), ένα δεύτερο βιβλίο του μεταφρασμένο στην γλώσσα μας, με πεζά και ποιήματα. Η φύση (και με την μεταφυσική της διάσταση) ενγένει κυριαρχεί στο έργο του· αυτό συμβαίνει κι εδώ, όπως δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου. Μη γελιέστε: / δεν είμαι εγώ που χάραξα τις γραμμές αυτές / αλλά, τάδε μέρα, ένας λευκός ερωδιός ή μια βροχή, / τάδε άλλη, μία αγριόλευκα, / αν έστω για λίγο μία αγαπημένη σκιά τα φώτιζε. – Π.Ι.
 

~ Νίκος Καββαδίας, Πούσι, εκδ. Άγρα, 2015, 64 σελ.. 
 
Πασίγνωστος, φυσικά, και πολύ αγαπητός – και από τους ελάχιστους ποιητές του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα των οποίων η χρήση παραδοσιακών μορφών (μέτρο και ομοιοκαταληξία) υπηρετεί οργανικά το ποιητικό σχέδιο. Εδώ, ανατυπώνεται φωτολιθογραφικά η γνωστή συλλογή του, από έκδοση του 1947: με τυπογραφικά στολίδια, αρχιγράμματα και εικόνες, καμωμένα από επτά άξιους χαράκτες (συμπεριλαμβανομένων του Μόραλη, του Βακαλό, του Μόσχου, και του Τάσσου). Ακόμα κι αν ξέρουμε (και ποιος δεν τα ξέρει) τα ποιήματα, η γειτνίασή τους με αυτές τις εικόνες αυξάνει απροσδόκητα πολύ την αναγνωστική μας απόλαυση (κι αυτό σπάνιο: η ευτυχής σύζευξη ποιημάτων και εικόνων). Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους / στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς. – Π.Ι.
 

~ Ανδρέας Λασκαράτος, Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά, μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι (Κεφαλληνία – Επαρχία Πάλης) – τους 1842 (εκδ. επιμ. - εισ. κείμενα - σημ.: Γιάννης Παπακώστας - Παντελής Μπουκάλας), εκδ. Άγρα, 2016, 224 σελ.. '
 
Εχασα τις ελπίδες μου / σαν το δεντρί τα φύλλα, / που το τινάζει ο άνεμος / και μένουνε τα ξύλα. Τον Κεφαλλονίτη ποιητή γνωρίζουμε κυρίως για τα σατιρικά του ποιήματα και ευφυέστατα αποφθέγματα. Στην έκδοση τούτη, όμως, ο Γιάννης Παπακώστας τον εταύτισε ως τον συλλέκτη δημοτικών τετράστιχων της πατρίδας του, όπως σώθηκαν σε χειρόγραφο. Ο Λασκαράτος, βέβαια, δεν καταγράφει μόνον, αλλά σχολιάζει κιόλας – κι αυτό, φυσικά, αυξάνει την γοητεία του βιβλίου. Π.χ., για το Ω γειτονιά περήφανη, / καινούργιο περιβόλι, / πόχεις μια γλυκολεμονιά / που την ποτίζουν όλοι, γράφει, μεταξύ των άλλων: Κρίνομεν εύλογον εις τα χοντροειδείς ιδέας να μην δίδομεν πολλάς αναπτύξεις. – Π.Ι.


~ Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος, Είναι, εκδ. ΦΡΜΚ, 2016, 64 σελ.. 
 
Για τους λάτρεις της ελληνικής οπτικής ποίησης –όπου η τυπογραφική εμφάνιση κάθε ποιήματος υπακούει σε συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο συμπληρώνει την σημασία των λέξεων–, το δεύτερο αυτό βιβλίο του Κ.Π. είναι λίαν ευπρόσδεκτο. Αλλά και για όσους δεν ενδιαφέρονται ειδικά γι' αυτό το είδος ποίησης. (Υπ' αυτήν την έννοια, και ουχί προς ψόγον, δικαιούται να διερωτηθεί κανείς κατά πόσον είναι όντως κρίσιμη ή και χρήσιμη, για όλα τα ποιήματα εδώ, η συγκεκριμένη παρουσίαση και τα τυπογραφικά 'παίγνια'.) Η αφαίρεση και το καίριον του ύφους καταφέρνουν, ενγένει, τα ποιήματα αυτά –ενός είδους 'γύρος της φυλακής' του Είναι– να μη γλιστρούν ούτε στο μελό, ούτε στην κοινοτοπία. Σκοτάδι / μέσα στο / σκοτάδι / μα το προσεκτικό νερό κυλάει / πίσω στο ποτάμι / [] η σκιά του λύκου / μένει στο νερό / τα μάτια γυάλινα και στέκουν. – Π.Ι.
 

~ Ρωσικός Παρνασσός – Ανθολογία ρωσικής ποίησης (ανθολ., επιμ., μτφρ. από τα ρωσικά: Αλέξης Πάρνης), εκδ. Καστανιώτη, 416 σελ.. 
 
Ο μεταφραστής, λογοτέχνης κι ο ίδιος, ασχολείται με την ρωσσική ποίηση απο το 1950. Μας παρουσιάζει εδώ μιαν ενδιαφέρουσα και απολύτως προσωπική ανθολογία, έργων ποιητριών και ποιητών που έζησαν από τον 18 αι. έως και τον 21ο αι.. Τα ποιήματα είναι γραμμένα (και μεταφρασμένα) κυρίως σε παραδοσιακές μορφές. Δεν λείπουν οι μείζονες και γνώριμοί μας (Πούσκιν, Μαγιακόφσκι, Τσβετάεβα, Αχμάτοβα, Παστερνάκ, Γεφτουσένκο, κ.ά.), αλλά διαβάζουμε και ποιήματα λιγότερο γνωστών μας – αίφνης, του Αλ. Αλ. Λογκινοφ (γενν. 1948): Δε θέλει ο στίχος πίεση κι αγριάδα. / Το ζωνάρι δεν το θέλει στενό. / Πρέπει να 'χει σφρίγος κι αλαφράδα / και ν' αλλάζει μορφές σαν τον καπνό. Χρήσιμες και διαφωτιστικές, επίσης, οι 30 σελίδες βιογραφικών σημειωμάτων των 39 ποιητριών και ποιητών. – Π.Ι.



ΜΑΡΤΥΡΙΑ
 

~ Ξένια Καλογεροπούλου. Γράμμα στον Κωστή, εκδ. Πατάκη, 2016, 376 σελ.. 
 
Η εξιστόρηση της παιδικής έως και νεανικής ζωής της ηθοποιού και πρωτεργάτιδος του σύγχρονου ελληνικού παιδικού θεάτρου με αξιώσεις, Ξ.Κ., πλέκεται με αναμνήσεις από την έναρξη και την πορεία της τριανταεπτάχρονης σχέσης της με τον σημαντικότατο πνευματικό άνθρωπο, κυρίως γνωστό ως κριτικό κινηματογράφου και μεταφραστή θεατρικών έργων, Κωστή Σκαλιόρα. Ύστερα, το γραπτό της συντρόφου του γίνεται τεκμήριο της άνθησης και της ωρίμανσής της στο πλάι του – αλλά και μετά τον θάνατό του, σαν συνέχιση, λες, της κοινής τους πορείας. Η μαρτυρία αυτή, με την επιδέξια εναλλαγή συναρπαστικά γλαφυρών, χαριτωμένων και οδυνηρών σκηνών, επισημαίνει διακριτικά, μεταξύ των άλλων, το ήθος που απαιτείται για την παραγωγή αξιόλογου πνευματικού έργου. Μ' αρέσει να θυμάμαι τις δυσκολίες που χρειάστηκε να ξεπεράσω. – Π.Ι.
 

~ Αντόν Τσέχωφ, Νήσος Σαχαλίνη (μτφρ.: Ελένη Κατσιώλη), εκδ. Λέμβος, 2015, 624 σελ.. 
 
Το 1890, αψηφώντας τον κίνδυνο να επιδεινωθεί η υγεία του, ο ήδη φυματικός ιατρός και λογοτέχνης αποφασίζει να καταγράψει τις φρικτές συνθήκες διαβίωσης στο νησί αυτό του Ειρηνικού Ωκεανού, όπου, από το 1857, η τσαρική διοίκηση είχε εγκαταστήσει 'σωφρονιστική αποικία', τουτέστιν στρατόπεδα εργασίας για καταδίκους. Διασχίζει την Σιβηρία με κάρα και ποταμόπλοια, για να εκπονήσει όχι μόνον συστηματικό ρεπορτάζ, επιδημιολογική και κοινωνική μελέτη, αλλά και να κεντήσει το όλον με παρατηρήσεις που μόνον ο μέγας λογοτέχνης που ήδη ήταν θα μπορούσε να κάνει. Τον Σεπτέμβριο, έγραφε στον φίλο του Σουβόριν: Μια μέρα έπινα τσάι μες σ' ένα ορυχείο, όταν ο Μπαραντάβκιν, ο πρώην έμπορος της Αγ. Πετρούπολης που εκτίει εδώ ποινή για εμπρησμό, έβγαλε από την τσέπη του ένα κουταλάκι και μου το δώρισε. – Π.Ι.



ΔΟΚΙΜΙΟ
 

~ Φρεντερίκ Γκρο, Περπατώντας. Φιλοσοφία (μτφρ. από τα γαλλικά: Ρούλα Τσιτούρη), εκδ. Ποταμός, 2015, 296 σελ..  
 
Ένας ταοϊστής σοφός έλεγε: “Τα πόδια στο έδαφος καταλαμβάνουν πολύ λίγο χώρο· χάρη σ' όλον τον χώρο που δεν καταλαμβάνουν, είναι που μπορούμε να περπατάμε”. Δεν είναι μόνο ενδιαφέρον το ταίριασμα: μεγάλοι φιλόσοφοι και λογοτέχνες, που υπήρξαν συγχρόνως και δεινοί (ξακουστοί ή μη) περιπατητές – Νίτσε, Ρεμπώ, Καντ, Νερβάλ, κ.ά... Μα και η γοητεία του ύφους κατά την εξιστόρηση της σχέσης του βαδίσματος με την σκέψη και το έργο όσων 'ανθολογούνται' ως παραδείγματα – αλλά και στην εξομολόγηση και τον στοχασμό των πιο προσωπικών κεφαλαίων όπου μιλά απευθείας ο συγγραφέας. Περπατώντας, τίποτε δεν μετατοπίζεται αληθινά: μάλλον εγκαθίσταται αργά η παρουσία στο σώμα. Το αποτέλεσμα: απόλαυση αναγνωστική – διανοητική και αισθητική. – Π.Ι.
 

~ Νίκος Φωκάς, Η μοναξιά της ποίησης. Νεφέλη, 2015, 240 σελ..
 
Σπουδαίος ποιητής, έχει επίσης γράψει εξαιρετικά ενδιαφέροντα δοκίμια, 30 εκ των οποίων συγκεντρώθηκαν εδώ, με την φροντίδα του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Η μεγάλη αρετή του είναι η σαφήνεια και η απλότητα. Έτσι, ακόμη και αν διαφωνεί κανείς με κάποιες θέσεις του περί πολιτισμού (π.χ. για την “μεταφυσική ρίζα” του προβλήματος της παιδείας, ή την χαμένη “πνευματική αυτάρκεια” του ελληνισμού), η διαυγής διατύπωσή τους, διεγείρει τον γόνιμο –νοερό, έστω– διάλογο. Μα η μεγάλη αξία του δοκιμιακού του λόγου βρίσκεται, πιστεύω, σε όσα γράφει για την τέχνη της ποίησης (και της μετάφρασης). Ο αληθινός ποιητής αποβλέπει στο να κατακτήσει τον αναγνώστη, [] να τον κάνει ποιητή τον ίδιο και όχι να υφαρπάσει τρομοκρατικά τον θαυμασμό του. Ευχαριστίες στις εκδόσεις Νεφέλη – και παράκληση για ένα 'δεύτερο χέρι' διορθώσεων πριν από την ανατύπωση. – Π.Ι.



ΟΔΗΓΟΙ
 

~ Λαρς Σβένσσον, Κίλλιαν Μαλλαρνυ, Νταν Τσέττερστρομ. Τα Πουλιά της Ελλάδας, της Κύπρου και της Ευρώπης (β' έκδ.) (μτφρ.: Κώστας Παπακωνσταντίνου), εκδ. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, 2015, 452 σελ..  
 
Με αντίστοιχης ποιότητας οδηγούς επί πολλά χρόνια εξαντλημένους, τούτος, με έγχρωμες ζωγραφικές απεικονίσεις όλων των πουλιών, ιδανικές για την αναγνώριση, έρχεται να καλύψει σημαντικότατο κενό. Μα δεν απευθύνεται μόνον στους ορνιθολόγους ή τους ερασιτέχνες παρατηρητές. Πρόκειται για θησαυρό πληροφοριών, που ενδιαφέρει ακόμη και τους κατοίκους των πόλεων: θα εκπλαγείτε όταν διαπιστώσετε πόσα είδη ήδη γνωρίζετε και τακτικώς συναντάτε, και θα χαρείτε να μάθετε όσα ονόματά τους σας διαφεύγουν, αλλά και κάτι παραπάνω γι' αυτά. Διαβάζεται δε και ως αυτόνομο απολαυστικό ανάγνωσμα. Ο Κότσυφας είναι μοναχικός [], προχωρά με γρήγορα άλματα ή κάνει μερικά βήματα, ξαφνικά μένει εντελώς ακίνητος για λίγο (κοιτώντας για σκουλήκια). [] Κελάηδημα γνωστό για τον γλυκό, μελωδικό τόνο, με καθαρό και δυνατό ήχο “φλάουτου” (σε μείζονα κλίμακα). – Π.Ι.


*

Οι θερινές αναγνωστικές μου προτάσεις στο "The Books' Journal" του Ιουλίου 2016. 

19.6.16

Ποίηση και εαυτός


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Και η ποίηση, όπως κάθε τέχνη –τουλάχιστον στον Δυτικό κόσμο τους τελευταίους αρκετούς αιώνες– έχει ως αφετηρία την αυτο-έκφραση. Μα για να φτάσει να αξιωθεί το όνομα της ποίησης (της τέχνης), θα πρέπει (και) κάτι άλλο να συμβεί: ακριβέστερα, θα πρέπει κάτι άλλο να κάνει το ίδιο το ποίημα (το έργο τέχνης), πέρα απ' το να εκφράζει έναν 'εαυτό'. (Τούτο προσπάθησα κάπως  να προσδιορίσω, εδώ.) Άρα, όσο και αν ο βίος της ποιήτριας αναποφεύκτως τρέφει το έργο (βίος, πέρα από τα 'βιώματα', είναι και η σκέψη, και ο στοχασμός για άλλα έργα, κ.ο.κ.), το άξιο του ονόματός του ποίημα πάντα υπερβαίνει την αυτοβιογράφηση και την εξομολόγηση. (Εξού και δεν θα έπρεπε, κατά την γνώμη μου, καν να συζητούνται ως ποιητικά, πλήθος κείμενα: σημερινά και στη γλώσσα μας, μα και αλλοτινά, και σε άλλες γλώσσες. Ενδεικτικά και συνθηματικά: συγκρίνετε την 'χρήση εαυτού' της δημοφιλέστατης ποιήτριας Ντίκινσον και του δημοφιλέστατου Μπουκόφσκι.)

Πώς τις υπερβαίνει; Είναι επαρκής απάντηση η “απεύθυνση”; (Απεύθυνση μπορεί να έχει και μια οποιαδήποτε εξομολόγηση.) Ή μήπως πρέπει, σχεδόν ταυτολογικά, να παραδεχθούμε ότι η μόνη δυνατή απάντηση είναι: “δια της τέχνης”; Χρησιμοποιώντας, δηλαδή, όλα εκείνα τα –π.χ. ασυνήθη στον τρέχοντα λόγο– μέσα που θα μεταμορφώσουν το κείμενο από απλή εκπορευόμενη έκφραση, σε ακτινοβολούσα αυτόνομη οντότητα. Όποτε τούτο συμβαίνει –όποτε, δηλαδή, όντως υφίσταται ποίημα–, το οιοδήποτε γραμματικό πρόσωπο (α', β', γ' – του ενικού ή του πληθυντικού, αδιάφορο) έχει αυτομάτως απωλέσει την συμβατική του διάσταση, και καταστεί προσωπείο του (δυνάμει) οικουμενικού (και εκ νέου απείρως εξατομικεύσιμου).

Τώρα, ας έρθουμε στο πιο δύσκολο ερώτημα: ο ποιητής, καθώς γράφει ένα ποίημα, 'συλλαμβάνει' και μας προσφέρει ένα κομμάτι του εαυτού του, ή (αντιθέτως, μα και ενδεχομένως συμπληρωματικά) διερευνά κάτι ώς τότε άγνωστό του, 'εφευρίσκοντας', κατά την διαδικασία της γραφής, αυτό που θα μας προσφέρει, και το οποίο, με το πέρας της διαδικασίας, θα έχει γίνει κομμάτι (και) του 'εαυτού' του;

Είτε την πανάρχαια πίστη στον 'οικείο δαίμονα' επικαλεστούμε, είτε την πιο πρόσφατη ψυχανάλυση, δεν μπορούμε παρά να δεχθούμε ότι ο 'εαυτός' απαρτίζεται και από άγνωστές μας περιοχές: κάποιες, δε, τόσο σκοτεινές, που συχνά μοιάζουν (ή, κατ' άλλους, είναι) εξωτερικές προς αυτόν. Άρα, κάτι που μοιάζει καινοφανές εύρημα, μπορεί να είναι απλώς προϋπάρχον κτήμα που αποκαλύφθηκε. Ωστόσο, οπωσδήποτε και η διερεύνηση με σκοπό την (γνωσιακή ή αισθητική) κατάκτηση των 'εκτός εαυτού' (“του κόσμου”) ανήκει στους τρόπους της τέχνης.

 

~

 

Ξαναδουλεμένα αποσπάσματα από την συμβολή μου στο 4ο σκέλος μιας "Συζήτησης για την ποίηση τώρα", που διεξήχθη την άνοιξη του 2016 στο τ. 7 του περιοδικού "ΦΡΜΚ" μεταξύ των επτά μελών της συντακτικής του ομάδας: Βασίλη Αμανατίδη, Ορφέα Απέργη, Φοίβης Γιαννίση, Κατερίνας Ηλιοπούλου, Παναγιώτη Ιωαννίδη, Γιάννας Μπούκοβα, και Θοδωρή Χιώτη. Έλαβε την ολοκληρωμένη και τελική μορφή της στο βιβλίο: Μια συζήτηση για την ποίηση τώρα (εκδ. ΦΡΜΚ, 2018).

Η φωτ. μου είναι από το ΚΠΙΣΝ, Ιούνιος 2018.

προς αριστόδικον



















ΠΡΟΣ ΑΡΙΣΤΟΔΙΚΟΝ


Μετά την εξόρυξη, αν το μάρμαρο δεν πρόκειται να δουλευτεί αμέσως, το χώνουν πάλι μες στο χώμα: να μείνει δροσερό, να διατηρήσει τους χυμούς του.

~

Στα θεμέλια του σπιτιού όπου παραθερίζαμε τα παλιά χρόνια, είχε βρεθεί αρχαίος δρόμος, με ίχνη αμαξιού στον βράχο. Και, πλάι του, μια επιτύμβια στήλη. Στο πιο πάνω τετράγωνο, οι αρχαιολόγοι ούτε που διαμαρτύρονταν όταν χωνόμουν μες στα πόδια τους. Κι αφού εγκαταλείψαν την ανασκαφή, πήγαινα κι έκρυβα εκεί θησαυρούς μικρούς ανάμεσα στα αρχαία: έναν φακό, μια μπατταρία πλακέ, ένα κουτάκι σπίρτα, δυο αυτοκινητάκια. Για ώρα ανάγκης.

~


Γεννήθηκα απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο. Από παιδάκι, όποτε έμπαινα, έστριβα αριστερά και, με ανασηκωμένο το κεφάλι, γύρευα το μειδίαμα των Κούρων.

Αυτοί οι επιτύμβιοι ανδριάντες ήτανε χρέος στον νεκρό που το υπαγόρευε κάποια υψηλότερη τάξη πραγμάτων;

Πώς έδωσε μορφή η τέχνη σε τέτοιες επιθυμίες;

Σχεδόν ταυτόχρονα εμφανίστηκαν αγάλματα στα ιερά των θεών και στους τάφους. Το επιτύμβιο άγαλμα είναι και μορφή του αντικειμενικού χρέους προς τον νεκρό, και εκπλήρωση της πνευματικής ανάγκης των ζωντανών να έχουν μπροστά τους την εικόνα του.

Βγαίνοντας, έκανα τσουλήθρα στα επικλινή μάρμαρα, δεξιά κι αριστερά απ' τα φαρδιά σκαλοπάτια του προαύλιου. Τα μάρμαρα, βαθουλωμένα στη μέση, γλυμμένα από την χρήση, ήσαν σχεδόν απαλά – και πάντα ζεστά.

~



















Ο Αριστόδικος, ο τελευταίος Κούρος, δεν χαμογελά.

Τα μάτια του Αριστοδίκου ισκιώνουν –όχι μόνο κυριολεκτικά, από την πλαστική της κόχης τους– αλλά και μεταφορικά, σαν από τον ίσκιο της μνήμης.

Στο Μουσείο, τον συναντάμε όντως τελευταίο στην σειρά έκθεσης των Κούρων. Ο Χρήστος Καρούζος –Διευθυντής από το 1942 ώς το 1964, δεινός αρχαιολόγος, απαράμιλλος συγγραφέας, λάτρης της ποίησης– που τον αγάπησε και τον μελέτησε, υπολογίζει πως θα πέθανε στα 25 του χρόνια, περί το 500 π.Χ.. Σε πολύτιμο μάρμαρο της Πάρου –το ιδανικότερο για το πλάσιμο του σώματος– ζήτησαν οι δικοί του να λαξευτεί ολόγλυφη η μορφή του. Την έστησαν στον τάφο πλάι στον δρόμο –όπως συνηθιζόταν– έξω από τα κτήματά τους στα Μεσόγεια, στη θέση “Φοινικιά”. Μα είκοσι χρόνια αργότερα, πλάγιασαν και το άγαλμα πάνω από το θαμμένο σώμα, το σκέπασαν με χώμα. Να σώσουνε το σήμα του νεκρού από τους Πέρσες, που θα κατέκαιγαν όλη την Αττική, ώς και τον Παρθενώνα.

Άφθαρτο σχεδόν, προστατευμένο απ' την βροχή και από τον ήλιο, το μάρμαρο ξαναγύρισε στη γη.

Αναδύθηκε πάλι 25 αιώνες αργότερα.

Το 1944, ο κτηματίας στέλνει εργάτες να οργώσουν το χωράφι του. Το άροτρο βρίσκει στην πέτρα. Ξανά και ξανά. Πιάνουνε τσάπες να τη βγάλουν, ξεθάβουν σώμα ακέραιο.

Μόνο τα χέρια λείπουν. Και τα πόδια σπάζουν στα λεπτά σφυρά.

Θα ήτανε αχαριστία να παραπονεθούμε για τον βαθμό διατήρησής του. Μόνο τα χέρια λείπουν ολότελα. Από τις μικρότερες πληγές, η πιο ενοχλητική είναι η παραμόρφωση στα μάτια, στα χείλη
και στη μύτη πριν απ' όλα, που θα οφείλονται στο συχνό πέρασμα του αλετριού από πάνω τους.


Για χρόνια πέρναγε το αλέτρι
πάνω από το πρόσωπο

Ξανά και πάλι πέρναγε το αλέτρι
πάνω από το πρόσωπο


Φορτώνουνε το άγαλμα σε κάρο, το σκεπάζουν με άχυρα, το πάνε στο Μουσείο κρυφά. Στο άδειο Μουσείο: όλα τ' αγάλματα κοιμούνται ήδη θαμμένα μες στο χώμα, κάτω από τα δάπεδα των αιθουσών, απ' τις παραμονές της εισβολής των Γερμανών. (Εργασία πολύμηνη και μυστική· πρωτοστατεί η Σέμνη Καρούζου.)

Τα μνημεία που σώθηκαν είναι “παίδες της τύχης”.

~

Παλεύω ακόμα να δω
τι κράταγαν τα χέρια

Καρπούς
φιάλη τάσι
όπλο ή χαλινάρι

Ή τίποτα –
Παλάμες ανοικτές
γεμάτες ερχομό

Θα μπορούσαν να κρατούν
ζυγό
να τείνουν
τα δίκαια αντίθετα
Όμως λείπουν

Στην γη
απ' όπου βγήκαν
επέστρεψαν άπρακτα
Όπως το όρισε
η τάξη του χρόνου

Τώρα σε ίση απόσταση
σπασμένα
ισορροπούν



















~

Το άγαλμα δεν απλώνει τον κόσμο του προς τα έξω, αλλά έχει συμμαζέψει τις δυνάμεις του και σαν να συλλογιέται κάτι που αναδεύει μέσα του.

Ο Καρούζος, στην εργασία του για τον Αριστόδικο, περιλαμβάνει και μακρύ κατάλογο
αττικών γλυπτών της περιόδου 550-480 π.Χ.. Εκεί, δυο φορές μνημονεύει τον Ρίλκε:

540-530
...
Στήλη δυο αδερφιών Νέας Υόρκης και Βερολίνου – απαραγνώριστη φαίνεται η συγγένεια του κεφαλιού του κοριτσιού με το κεφάλι “
Rilke” του Λούβρου
...
Αντρικό κεφάλι Λούβρου 695 – που ίσως, κατά τον
Haussmann, να είναι αντικείμενο του σονέττου του Rilke Fruehe Apollo”


Όπως, καμμιά φορά, από κλαδιά γυμνά ακόμα,
κρυφοκοιτάζει μέσα ένα πρωί
έχοντας μπει στην άνοιξη για τα καλά:
έτσι στην κεφαλή του τίποτε δεν σταματά

την λάμψη των ποιημάτων όλων να μας χτυπά
σχεδόν θανατηφόρα· γιατί δεν είν' ακόμα
μες στο βλέμμα του σκιά κι οι κρόταφοί του
δροσεροί πολύ για δάφνες, ακόμ' αργεί

να υψωθεί ψηλόκορμος μεσ' απ' τα φρύδια
ο ροδώνας απ' όπου θ' αποσπώνται πέταλα, ένα ένα
ώς να σταθούν στο ρίγος του στόματος,

που σωπαίνει ακόμα, τρεμοπαίζει άθικτο
μονάχα κάτι πίνοντας με το χαμόγελό του
σάμπως να του σταλάζαν το άσμα του εντός του.


Πρόκειται για ποίημα που ο Ρίλκε έγραψε στο Παρίσι, στις 11 Ιουλίου του 1906. Παρότι έχει λήξει, τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, με ρήξη των δύο ανδρών, η εννεάμηνη θητεία του ως γραμματέα του Ροντέν, τα Νέα Ποιήματά του –το Α' Βιβλίο (1907) των οποίων ανοίγει με αυτό ακριβώς το σονέτο– είναι γραμμένα υπό την επίρροια του μεγάλου γλύπτη, που σαν να του ξανάμαθε να κοιτάζει και να στοχάζεται. Τρία χρόνια νωρίτερα, προς το τέλος του δοκιμίου του, Ωγκύστ Ροντέν, ο Ρίλκε είχε γράψει για τα γλυπτά του: “μια σπουδαία χειρονομία μοιάζει να ζει και να εξαναγκάζει τον χώρο να συμμετέχει στην κίνησή της”.

~

Επάνω στη βάση υψώνεται η νεανική μορφή του Αριστοδίκου, λυγερή στη βαθύτερη σύλληψή της. Δύσκολα μπορούμε να πούμε ότι στέκεται. Πιο κοντά πηγαίνομε σε τούτη την εικόνα του ανθρώπου που σαλεύει, λέγοντας ίσως πως κρατιέται. Ούτε μπορούμε να μιλάμε για κατάσταση όπου έφθασε, αλλά για δύναμη που βρίσκεται σε δράση.

~

Οι επιτύμβιοι ανδριάντες σταματούν, όσο βλέπομε σήμερα, λίγο μετά τα 500 π.Χ., για καμμιά 60αριά χρόνια. Η αρχαιολογική έρευνα έχει δεχτεί, ομόθυμα σχεδόν, την εικασία του Milchhoefer ότι ένας νόμος που ο Κικέρων λέει ότι βγήκε στην Αθήνα “κάμποσον καιρό” μετά τον Σόλωνα, κατά της πολυτέλειας των σημάτων, πρέπει να ανήκει σ' αυτά ακριβώς τα υστεροαρχαϊκά χρόνια, και πιθανότατα στον Κλεισθένη, όπως έχει υποθέσει ύστερα ο Hirschfeld. Ο Κικέρων είναι γνωστό πως έχει πηγή τον Δημήτριο τον Φαληρέα, κι αυτός πάλι ο vir eruditissimus, παίρνει πληροφορίες και υποδείγματα για τους δικούς του ριζικούς περιορισμούς των επιτυμβίων από τον Πλάτωνα και από την αρχαιότερη αττική νομοθεσία. Ελκυστική υπόθεση αλλά υπόθεση μόνο ότι ο νόμος αυτός είναι σύγχρονος και όχι άσχετος με τον περί οστρακισμού νόμον.

Παρολίγο δεν θα υπήρχα

~


Α Ρ Ι Σ Τ Ο Δ Ι' Κ Ο: το όνομα του νεκρού στη γενική, στη βάση του αγάλματος.

Το απλό όνομα ενός ανθρώπου είναι ισοδύναμο με την ανωνυμία.

Η βάση σώζεται, και το όνομα, και η πλίνθος του αγάλματος. Αλλά –πράγμα παράξενο, αναπάντεχο για τέτοιο έργο– επιτύμβιο επίγραμμα, πουθενά.


Φωνή
που δεν φτάνεις απ' την πέτρα
λέγε

Ποιανού πρόσωπο;
Το μακρινό το αγγίζει
όπως ο πόνος επιστρέφει
στον μαύρο κάτοχό του

Τα μάτια πλέον
δεν εναντιώνονται
στο ωραιότερο πράγμα
να αναβλύσει
απ' την απαρνημένη ζωή

Κάθε πρωί
ένα τραγούδι επιζεί
Από τα όνειρα

Εκείνου, ποιο να στάλαξε
μες στα μισανοιγμένα χείλη
και όρθιος, ακέραιος τώρα τραγουδά;

Κατώφλι των ασμάτων
στόμα
νεότητας που χάθηκε

Μουσική
πνοή των αγαλμάτων
σιωπή των εικόνων

Χώρε της καρδιάς
αίφνης τόσο μεγάλε














Σημείωση: Το κείμενο αυτό είναι θραύσμα έργου εν προόδω, ενταγμένο σε ειδικά συμφραζόμενα για την έκδοση NICE! Είναι δυνατή η επιστροφή;, επιμ.: Salon de Vortex (Γ. Γρηγοριάδης & Γ. Ισιδώρου), εκδ. Lo and behold, 2016. Στον ίδιο τόμο δημοσιεύτηκαν και τα τρία ζεύγη φωτογραφιών μου που, μαζί με την φωτογραφία μου του αγάλματος, συνοδεύουν το κείμενο εδώ. Με πλάγια στοιχεία, φράσεις από την μονογραφία του Χρ. Ι. Καρούζου, Αριστόδικος (1961). Η μετάφραση του ποιήματος του Ρίλκε είναι της Μαρίας Τοπάλη. Η απόδοση της φράσης του Ρίλκε από το δοκίμιό του, Ωγκύστ Ροντέν, έγινε μέσω της αγγλικής μετάφρασης των Τζέσσι Λεμόντ και Χανς Τράουζιλ (1919).

25.5.16

δημήτρης λεοντζάκος _ "τα σκυλιά του ακταίωνα"














Στο πρώτο ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Λεοντζάκου, Κόμικ (εκδ. Τραμάκια, 2001), ακούγεται ήδη μια αξιοπρόσεκτη φωνή: τρόπος συχνά μυθοποιητικός (είτε πρόκειται για επινόηση σύγχρονου αστικού 'παραμυθιού' –ενός είδους “κόμικ”, λοιπόν–, είτε για το πλέξιμο του 'βιώματος' με άλλα, γνώριμα από διάφορες παραδόσεις, υλικά), γλώσσα ευλύγιστη, εικόνες και αφηγήσεις ευρηματικές αλλ' όχι κραυγαλέες. Με την δεύτερη συλλογή του, Η Κίρκη ξαφνικά (εκδ. Μεταίχμιο, 2010), δηλώνεται ρητώς το ήδη διαπιστωμένο ενδιαφέρον του για τις κάθε είδους μεταμορφώσεις – μα το ύφος παραμένει συγγενές με του Κόμικ. Στο τρίτο βιβλίο, τα εξαιρετικά Κινέζικα (εκδ. Νεφέλη, 2010), παρατηρούμε μια πρώτη στροφή του τιμονιού: τα ποιήματα έχουν ενγένει λιγότερους στίχους – και πιο 'σφιχτούς', ρυθμικότερους, πιο 'στακάτους'. Συγχρόνως, ο τίτλος ενμέρει πραγματώνεται σε ποιήματα που θα μπορούσαν να απηχούν την κινεζική λογοτεχνία και ζωγραφική: ένας λεπτός λυρισμός, πακτωμένος μέσα σε μια κατά τα άλλα απολύτως σύγχρονη ατμόσφαιρα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, οι αρετές του βιβλίου αυτού, δυναμωμένες, θα δώσουν το ωριμότερο, νομίζω, μέχρι σήμερα έργο του Λ., Τα σκυλιά του Ακταίωνα (εκδ. Νεφέλη, 2014). (Τα έκτοτε δημοσιευμένα ποιήματά του δηλούν μια ριζική αλλαγή πορείας, τα αποτελέσματα της οποίας αναμένουμε να εκτιμήσουμε ολοκληρωμένα.)

Ως γνωστόν, ο Ακταίων, εγγονός του βασιλιά της Θήβας, Κάδμου, κατασπαράχθηκε από τα ίδια του τα σκυλιά που δεν τον αναγνώρισαν καθώς είχε μεταμορφωθεί σε ελάφι. Τρεις είναι οι κυρίαρχες εκδοχές του μύθου.Υπεύθυνος για την μοιραία μεταμόρφωση, ο Δίας, για να τιμωρήσει την ερωτική προσέγγιση του Ακταίωνα προς την αδελφή της μητέρας του και ερωμένη του θεού, Σεμέλη. Στις άλλες δύο εκδοχές, υπεύθυνη είναι η Άρτεμη: είτε επειδή ο Ακταίων καυχήθηκε πως κυνηγά καλύτερα – είτε (η επικρατέστερη, καθότι αυτήν παρουσιάζει ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του) επειδή την είδε να λούζεται ολόγυμνη. Τότε αυτή (παραφράζω τον Λατίνο ποιητή), καθώς δεν είχε τα βέλη της κοντά της, του έριξε νερό στο πρόσωπο, και του είπε: “Τώρα, σύρε να διηγηθείς, εάν μπορείς να διηγηθείς, ότι δίχως τα πέπλα μου με είδες!” (Με την φράση αυτή, στο πρωτότυπο, κλείνει το βιβλίο του ο Λ..) Και ο Ακταίων έγινε ελάφι. Μιλιά ανθρώπινη δεν είχε πια – μονάχα νου. Σαν τον μυρίστηκαν τα κυνηγετικά σκυλιά του, όρμηξαν και τον κατασπάραξαν – ενώ εκείνος προσπαθούσε να τους πει: “Ο κύριος σας είμαι: αναγνωρίστε με!” Οι δε σύντροφοί του τον έψαχναν φωνάζοντάς τον, και οικτίροντάς τον που δεν ήταν εκεί να απολαύσει το θέαμα. “Εκείνος ήθελε μεν να ήτο απών, αλλά παρήν· και ήθελε να βλέπη, όχι όμως και να αισθάνηται τα χαλεπά έργα των εαυτού κυνών” (κατά την μετάφραση των Α. Παπαγεωργίου και Α. Παπαφωτίου, εκδοθείσα εν Αθήναις εν έτει 1886, εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου).

Ο ποιητής, θεωρητικώς κύριος του υλικού του, ζητά απ' αυτό να του αναγνωρίσει την διαφεύγουσα κυριότητα, την επισφαλή κυριαρχία. Είναι παρών και απών – θέλει και δεν θέλει (να βλέπει και να αισθάνεται).

Αν μακρηγόρησα με την υπενθύμιση αυτή, είναι γιατί πιστεύω πως δεν είναι λίγες οι αντιστοιχίες του μύθου με το περιεχόμενο αλλά και τον ποιητικό τρόπο του βιβλίου. Στα 46 ποιήματά του (11 παραπάνω από τα 35 σκυλιά του άτυχου Θηβαίου, που ονοματίζει ο Οβίδιος – προσθέτοντας πως ήταν κι άλλα, μα δεν επιθυμεί να μας κουράσει), κυριαρχούν οι μεταμορφώσεις, τα όνειρα, η νύχτα και η σελήνη· το κυνήγι (ενίοτε και των στίχων, καθώς διαδέχονται, ασθμαίνοντες, ο ένας τον άλλον)· τα ζώα (από έντομα έως τέρατα)· το νερό. Μα και ο κύκλος που διαγράφει το βιβλίο απηχεί την ροή του μύθου. Στο κρίσιμο υδάτινο στοιχείο –Τρεις λίμνες / που κοιμούνται εντός σου– ομολογεί, στο τελευταίο ποίημα, τον σεβασμό του ο ποιητής. Έχοντας, όμως, ξεκινήσει (το πρώτο ποίημα, του οποίου ο λατινικός τίτλος σημαίνει “Οχλείν εαυτόν”) Με τραγική έπαρση / Είπε επωμίζομαι / Με κουβαλώ / – η εύκαμπτη σιωπή σου είμαι εγώ. Θα εμφανιστεί η ίδια η Άρτεμη – ως Κάτι κόκκινο-σκοτεινό και πολύπλοκο [] / Με τρελά φτερά· το ελάφι θα συζευχθεί με τα σκυλιά: Ελάφια γαβγίζουν· το κυνήγι είναι στρατηγική (“Είμαι ένα δίχτυ”), διακινδύνευση και θυσία – το “Υπάρχει αντίλαλος πάντα” έχει ως εξής: Υπάρχει αντίλαλος πάντα / Και ρίχνουμε μια λέξη / Στεκόμαστε κοντά στο κενό / Στο πηγάδι του ποιήματος / Και ρίχνουμε μέλι / Στο στόμα των σκύλων / Τον εξαίσιο λαιμό σου.

Αναφέρθηκα ήδη στην γοητεία που ασκούν στον Λ. οι μεταμορφώσεις – μα και τα λοιπά συστατικά του μύθου του Ακταίωνα μοιάζουν να συνιστούν ένα πλέγμα εμμονής που δεν πρωτοεμφανίζεται εδώ. Για παράδειγμα, το ομώνυμο, πρώτο ποίημα του Κόμικ ανοίγει έτσι: Η ζωή περνάει / σαν ήχος από ωχρό χάλκινο [κυνηγετικό κέρας;]. / Οι μέρες είναι υγρές και στάζουν από το  ταβάνι. / Τώρα ξαπλώνω στο βυθό. Και αλλού: Στην προηγούμενη ζωή πρέπει / να ήμουν κυνηγός [] / Σ' αυτό το δάσος μάλλον με τα θηρία , Έρχεται η ανάσα του λύκου / Απ' το πηγάδι / Φοβάσαι σαν παιδί , Τέλος πάντων μεγαλώνω και θα μάθω τη θέση / του κυνηγού στην κρυμμένη εικόνα , Η λίμνη κάτω απ' το μαξιλάρι μου / υπάρχει. [] / απ' την ακτή, γυρνάω / λύκος πεινασμένος.

Λες, λοιπόν, και ο μύθος και το πεπρωμένο του Ακταίωνα να εργάζονταν από μιας αρχής εντός του ποιητή – που, στο κάτω κάτω, στην τέχνη του, θηρεύει και κρυφοκοιτάζει, ζηλεύει και κομπάζει, εκστασιάζεται και εκμηδενίζεται.

Αυτήν την παλίνδρομη κίνηση εξυπηρετεί και η χρήση γραμματικών αμφισημιών, αλλά και η αλληλοδιαδοχή των εικόνων, που συχνά γλιστρούν η μιας μες στην άλλη, περιδινούνται εντείνοντας την πολυσημία, η οποία ενδέχεται και να μη λυθεί με την τελική 'αποκάλυψη'. Παράδειγμα όλων τούτων, το “Όνειρο”: Ένα ελάφι ήρθε / Ξάπλωσε / – αστράγαλοι, γόνατα, μηροί – / Απαλά στον ώμο μου / Σαν πουλί // Ναι, είπα / Εγώ / Το νερό της νύχτας.

Λίγο πριν από τη μέση (στην σελ. 30, και 19ο στην σειρά), εμφανίζεται το ομώνυμο ποίημα. Αποτελούμενο από 14 μέρη, λειτουργεί ως μήτρα των μοτίβων αλλά και των ποιητικών τρόπων του βιβλίου. (Δεν μπορώ να κρύψω την επιθυμία μου ο Λ. να είχε εκμεταλλευτεί στο έπακρον και την θέση, και τον αριθμό των χωρίων του ποιήματος αυτού, για να συνθέσει στερεότερα το βιβλίο: επιβάλλοντας, π.χ., ίσον αριθμό ποιημάτων πριν και μετά, πιθανώς δε και πολλαπλασίων του 7· διευρύνοντας την λειτουργία του ομώνυμου ποιήματος ως ευρετηρίου ή συντομογραφικού 'θησαυρού' μοτίβων και τρόπων· κ.λπ..)

Τα μοτίβα, λοιπόν: η μοναχικότητα και ο ερω[τισμό]ς· η σκληρότητα, η νύχτα, ο θάνατος. Αλλά και το νερό (κυρίως υπό την μορφή λίμνης, ή επάλληλων λιμνών: Μια λίμνη / Στη λίμνη , Μια λίμνη που βουτάει σε μια λίμνη· και, γενικότερα, η φύση, ως παρουσία ή ως πρότυπο: Σαν άναυδα δάση , Κισσός παντού στο στόμα , Ιερογλυφικά αγριολούλουδα από σώμα. Και, βεβαίως, πανταχού παρόντα, τα ζώα. Με θαυμασμό, μ' επιθυμία, ή στ' όνειρο: Τι ωραίο ύψιλον / Οι χήνες στον αέρα , Οι λαγοί που ονειρεύομαι / Λιγάκι διαγώνιοι , Ο τάρανδος των πιο ασυνάρτητων ονείρων. Αλλά και ως ευθέως ή υπογείως εχθρικές έως και απειλητικές παρουσίες: Ανθίζουν πουλιά ακατάδεκτα , Και θολώνουν στους καθρέφτες τα ζώα , Τα έντομα της ησυχίας μιας νύχτας / Που ακούγεται εδώ και δεν φτάνει ποτέ / Τα εκκωφαντικά σκοτάδια / Τα τυφλά ζώα που μας περιπολούν , Τι δίφθογγος / Αυτή η λεύκα / – τι λέαινα!

Συνολικά, συναντούμε κάμποσα εντελή ποιήματα (π.χ. “Ας καθήσουμε λίγο εδώ”, “Εάν δεν είναι”, “Υπάρχει αντίλαλος πάντα”, “Όνειρο”, “Σαν να ορμούν δέντρα”, “Τι δίφθογγος”), ενώ σπάνιες και σχετικές είναι οι αδυναμίες. Ενίοτε, οι αρχές των ποιημάτων είναι δυνατότερες από την κατάληξή τους. Μια αίσθηση φλυαρίας και ασαφούς στόχευσης δημιουργείται στο κάπως εκτενές “Έχω κάτι λουλούδια μέσα στο μυαλό μου” (αλλά όχι στην ακόμη εκτενέστερη λιτανεία τού “Αν αφαιρέσω αυτήν την γάτα”, που –απολύτως σύμφωνα με το κλίμα του όλου βιβλίου– καταλήγει με την ευχή μιας συντριβής: Τότε ίσως να φαίνονταν να έφεγγε / Αυτός / Που φυσάει που σβήνει σαν κεράκι / Με λέξεις το ποίημα)· μια εισβολή ενός γυμνότερου 'προσωπικού' τόνου στο δεύτερο μισό του “Γυναίκες με ταινίες γύρω απ' το λαιμό”, που γλιστρά προς την κοινοτοπία· η κάποτε πέραν της ποιητικής λειτουργίας χρήση της ομοιοκαταληξίας (π.χ. Ηχεί μόνος [] / Ο πλανήτης πόνος) ή των λογοπαιγνίων (π.χ. Μοιραίος / μηριαίος). Γενικότερα, πάντως, είναι αξιοσημείωτη η επιτυχία του επικίνδυνου διαβήματος να τανύεται η –βασισμένη πρωτίστως στον ρυθμό– μουσικότητα, έως και την σποραδική ομοιοκαταληξία διστίχων, ή την διακριτική παρουσία δεκαπεντασυλλάβων.

Ο Λ. έχει φθάσει εδώ στην μεστότερη εκδοχή ενός αμέσως αναγνωρίσιμου προσωπικού ύφους (για πόσους σημερινούς ποιητές μπορούμε να το ισχυριστούμε αυτό;) και συνθέσει ένα βιβλίο που διασχίζει και κυκλώνει την γενεσιουργό του βάση (και τις υπαρξιακές ή συμβολικές της προεκτάσεις) ξανά και ξανά, με ζηλευτό σφρίγος. Ακόμη και κάποια ποιήματα που μοιάζουν να ανήκουν στο προηγούμενο βιβλίο του (π.χ. “Απόψε τ' άσπρα”, “Σουρουπώνει”, “Λεπτών αστραγάλων”), λειτουργούν και εδώ, προσφέροντας την αντίστιξη του λεπτού τους σχεδίου (αν και  άλλα θα μπορούσαν να λείπουν, π.χ. το “Μες στις ευλύγιστες κορυφές των μπαμπού”). Συναφής προς τα Κινέζικα, και η εμφάνιση/απόκρυψη (Σμήνη πετούν / Όσο κι αν άυπνος διορθώνεις / Τη νύχτα – ως 11ο μέρος του ποιήματος-μήτρα, “Τα σκυλιά του Ακταίωνα”) ή η απήχηση (Τα πέλματά της / Στο ταβάνι [] / Θα δροσίζουν τον τοίχο) κάποιων χαϊκού. (Αλλού, 'κρύβονται' ευφυή και απολύτως ταιριαστά 'κλεισίματα ματιού' και προς άλλες ποιητικές κατευθύνσεις: προς τον Γκάτσο (να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά / να σου φιλούν τα μάτια), ή τον Έλιοτ (Ένα σούρουπο στη φορμόλη), για παράδειγμα.)
Η προμετωπίδα του Πιερ Κλοσσοβσκί (από το Λουτρό της Άρτεμης), με τις αναφορές σε “φυλλωσιές” και “όνειρα”, μας προειδοποιεί: Μήπως ο ίδιος [ο Ακταίων] επινόησε τις μορφές αυτής της θεοφάνειας; Όπως ίσως ο ίδιος ο ποιητής επιφέρει στον εαυτό του το βάσανο των εικόνων και τον σπαραγμό [του – προς τέρψιν μας] από τις λέξεις;
Τι κόσμος οι λέξεις διπλός ● Πονάνε οι εικόνες [] / Αφήνουν εσένα για ίχνη

*


[κριτική δημοσιευμένη στο 7ο τεύχος του περιοδικού "Φάρμακο", Άν.-Καλ. 2016.]

άννα γρίβα _ "έτσι είναι τα πουλιά", "οι μέρες που ήμασταν άγριοι", "η φωνή του σκοτωμένου"












Στα τρία έως τώρα βιβλία της, η Άννα Γρίβα έχει αναπτυχθεί σ' ένα ευρύ φάσμα, κατορθώνοντας, σε διάφορα σημεία του, αξιοπρόσεκτα ποιήματα. Το πρώτο βιβλίο της, Η φωνή του σκοτωμένου (29 σελ., Χαραμάδα, 2010) –από τις τολμηρότερες και πιο ενδιαφέρουσες πρώτες εμφανίσεις των τελευταίων ετών–, το αποτελούσαν μετα-υπερρεαλιστικά, μακροσκελή ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, εντός των οποίων εμφανίζονταν ενίοτε (ως στίξη;) μικρές, 'τραγουδιστές', στροφές. (Κάπου κάπου, ο Σαχτούρης, του οποίου τα μοτίβα φαίνεται –επιζημίως, φευ, το συνηθέστερον, αν και όχι εδώ– να στοιχειώνουν ολοένα και περισσότερους ποιητές από το 2000 και δώθε, 'ακούγεται' καθαρά ως 'πρόγονος'.) Το δεύτερο, πολύ πιο εκτενές (υπερβολικά, θα έμπαινα στον πειρασμό να πω), Οι μέρες που ήμασταν άγριοι (87 σελ., Γαβριηλίδης, 2012), έδειχνε σαφέστερα προς τα πού θα μπορούσε να οδηγηθεί η φωνή της καθώς μέστωνε (και αφομοίωνε τα διδάγματα της μεγάλης –και μεγάλως αποσιωπημένης– δασκάλας, Ελένης Βακαλό).

Όπως κάποτε συμβαίνει με τα δεύτερα κατά σειράν ποιητικά βιβλία, η συλλογή αυτή λειτουργούσε εν μέρει και ως 'δειγματολόγιο' θεμάτων και υφολογικών κατευθύνσεων και δυνατοτήτων, περιέχοντας, ωστόσο, και τα πρώτα εντελή ποιήματα της ποιήτριας: “Δοκιμή”, “Από πού έρχονται τα ποιήματα” (από τις σπανιότατες περιπτώσεις που ένα ποίημα 'ποιητικής' –από τα άφθονα παρόμοια με τα οποία νεαροί, ακόμα και πρωτόβγαλτοι, ποιητές και ποιήτριες δεν διστάζουν να φορτώνουν τις συλλογές τους, δημιουργώντας εύλογη απορία, όταν δεν πρόκειται για δικαιολογημένη θυμηδία– ευτυχεί), “Το μάθημα των μυρμηγκιών”, το δ' μέρος της “Μνήμης των σαρκοφάγων”, “ΥΓ”, και το στ' μέρος του “Βυθού” – κατά την άποψή μου, το μέχρι σήμερα κορυφαίο ποίημα της Α.Γ., όπου συμπυκνώνονται και αναδεικνύονται πολλές από τις ιδιαίτερες αρετές της: πρωτότυπη εικονοποιία, σίγουρο 'αυτί', γόνιμη χρήση στοιχείων παιδικότητας και παραμυθιού, χωνεμένος στοχασμός. Γι' αυτό και το παραθέτω ολόκληρο:

Μπορεί το κολύμπι να είναι μια έκταση ερήμου
φοίνικες πλήττουν τη γαλήνη της
και δεν αφήνουν τη ζωή να κυλήσει
όπως ο αναβάτης στην πλάτη του σκύλου
που έλεγε μη με συγκρίνεις με ιππότη
γιατί δεν έχω στη ζώνη μου φλουριά και ξίφος
και μέχρι τότε δεν το είχα φανταστεί έτσι
αυτό που του έλειπε.

Στο τρίτο βιβλίο της (Γαβριηλίδης, 2015), η μητρότητα και ο θάνατος, η ψυχή και η μνήμη, επιβάλλονται θεματολογικώς. Όμως, ενώ στα πρώτα δύο βιβλία, η Γ. είχε τανύσει και οξύνει τις μικρές (φθογγικές, ρυθμικές, και άλλες) 'ανωμαλίες' με πολύ προσωπικό τρόπο, που υπαινισσόταν πως κατά κει θ' ανοιγόταν ο δρόμος της, σε τούτο το τρίτο βιβλίο, η μουσικότητα του στίχου μοιάζει να  εξομαλύνεται. Εξάλλου, η εικονοποιία και η αφήγηση ακολουθούν συχνότερα 'παραδοσιακότερα', πιο 'βατά', χνάρια. Παραταύτα, η ποιήτρια συνεχίζει την διατύπωση της ιδιότυπης μεταφυσικής της, η οποία διερευνάται διαμέσου της φύσης. Και οπωσδήποτε, και εδώ, μάς παραδίδει ορισμένα ακέραια ποιήματα ζηλευτά, στα οποία με απόλαυση επιστρέφουμε: “ Στα γάργαρα νερά” (απ' το πρωί μαζεύω φύλλα / και τα κολλώ με σάλιο / πάνω στον τοίχο / δίπλα δίπλα αγαπιούνται / έτσι νομίζω θα κλείσω το τίποτα), “Λέξεις”, “Το παιδί και ο καβαλάρης” (τα κλαδιά είναι χέρια / έχουν γνέψει σε φίλους / όταν χάναν το δρόμο τους / έχουν πιάσει γυναίκες / απ' τη ζέστη της σάρκας τους / έχουν πνίξει εχθρούς / σ' ένα πράσινο νήμα), “Μετάξι ολομέταξο” – με 'θέμα' μια μύγα πιασμένη μες στο χέρι, αυτό το ποίημα τελειώνει: ανοίγω διάπλατα το χέρι / γδέρνω τον άνεμο γλυκά / καθώς κείνη φτερουγίζει / προς το αόρατο κλουβί μας / μαζί μας μαζί να στολίσει / το αναπόδραστο της νύχτας ζωνάρι.

Το πρώτο βιβλίο θα μπορούσε να είναι πιο οικονομημένο – αλλά πάντως ήταν το πρώτο, και ήδη περίτρανα έδειχνε την αξία της ποιήτριας, κατατάσσοντάς την ανάμεσα στους πιο ενδιαφέρουσες συνομηλίκους της. Το δεύτερο βιβλίο όφειλε, κατά τη γνώμη μου, να περιέχει λιγότερα, αυστηρότερα επιλεγμένα ποιήματα, που να συνιστούν όντως βιβλίο, και όχι συμπίλημα ετερόκλητων ποιημάτων. Στο τρίτο, η ομοιογένεια έχει επιτευχθεί –παρότι, και πάλι, θα το ωφελούσε, νομίζω, μια πιο λελογισμένη 'αρχιτεκτόνηση' των περιεχομένων του, τα οποία, ομοίως και πάλι, δεν θα έβλαπτε να είναι λιγότερα– αλλά δεν τεκμηριώνει σε επαρκή βαθμό μιαν ωρίμανση του προσωπικού ύφους την οποία μας είχε κάνει να αναμένουμε η ποιήτρια. (Να σημειώσω, επίσης, πως η 'πνευματική αναζήτηση', όσο γνήσια και όσο ενδιαφέρουσα κι αν είναι, δεν αρκεί για να σαρκωθεί το ποίημα (π.χ. “Άνοιξη στο χορτάρι”) – και η Α.Γ. έχει αποδείξει ότι κατέχει άριστα την τέχνη τού να κάνει το πνευματικό, χειροπιαστό.)


Η Άννα Γρίβα παραμένει από τους πιο αξιόλογους ποιητές (ανεξαρτήτως φύλου) που εμφανίστηκαν μετά το 2000. Ωστόσο, επιβάλλεται η ίδια να μη σπαταλά τα δώρα της και τον κόπο της: αυστηρότερη αυτο-επιμέλεια εντός των ποιημάτων (για να εξαλειφθούν –όσο σπάνιες κι αν είναι– κοινοτοπίες, συναισθηματισμοί, 'φιλοσοφικότητα', ασάφεια ποιητικού στόχου), αυστηρότερη επιλογή των ποιημάτων που απαρτίζουν κάθε βιβλίο, και πιο επίπονη και επίμονη καλλιέργεια του προσωπικού ύφους που έχει ήδη αναφανεί, θα ωφελήσουν και το έργο της και εμάς, τους αναγνώστες της.

[κριτική που δημοσιεύτηκε στο 7ο τεύχος του περιοδικού "Φάρμακο", Άν.-Καλ. 2016.]